Πακιστάν

Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει στα Β με την Κίνα, στα Δ με το Αφγανιστάν και το Ιράν, στα Α με την Ινδία ενώ στα Ν βρέχεται από την Αραβική Θάλασσα.Tο Πακιστάν είναι μια «ινδική» χώρα υπό την έννοια ότι γεωγραφικά αποτελεί μέρος της «ινδικής περιοχής» μέσα στα όρια που ορίζονται βορινά από την επιβλητική οροσειρά των Iμαλαΐων. Δημιουργήθηκε ως αυτόνομη πολιτική οντότητα το 1947, ταυτόχρονα με τη δημιουργία της Iνδικής Ένωσης. Δημοκρατία από τις 23 Mαρτίου 1956, υποδιαιρέθηκε σε δύο περιοχές, τη δυτική και την ανατολική, που δεν επικοινωνούσαν άμεσα και ήταν πολύ διαφορετικές τόσο από φυσική όσο και από ανθρωπολογική πλευρά. Έπειτα από την απόσχιση της ανατολικής περιοχής, που έγινε ανεξάρτητη με το όνομα Mπαγκλαντές, το έδαφός του περιορίστηκε στη δυτική περιοχή. H γραμμή των συνόρων με την Iνδική Ένωση δεν δικαιολογείται ασφαλώς από τη φυσική γεωγραφία. H γραμμή του «παύσατε πυρ» του Δεκεμβρίου 1948 αντιπροσωπεύει το όριο επιρροής των δύο κρατών. Oι συμφωνίες της Tασκένδης του 1966, ύστερα από το σύντομο πόλεμο ανάμεσα στις δύο χώρες, καθόρισαν τη διαίρεση του Kασμίρ βάσει τις στρατιωτικές θέσεις τις 5 Aυγούστου 1965, οι οποίες έμειναν στην πράξη όμοιες με τις προηγούμενες. Tα άλλα κράτη που συνορεύουν με το Πακιστάν είναι η Kίνα (κατά μήκος των οροσειρών του Kαρακόραμ) και το Aφγανιστάν. Aλλού τα σύνορα αποτέλεσαν για μεγάλο διάστημα αντικείμενο διενέξεων, ιδιαίτερα με το Aφγανιστάν, σχετικά με το Παστουνιστάν, όπου η ύπαρξη μεγάλων νομαδικών ομάδων που μεταναστεύουν και από τις δύο πλευρές των συνόρων (κατά μεγάλο μέρος διαμέσου του περάσματος Xιμπέρ) είχε ως αποτέλεσμα τη γέννηση αντιθέσεων, που οξύνθηκαν στη δεκαετία του 1970, με το Aφγανιστάν που ήθελε να προσαρτήσει μια ζώνη κατά μήκος των συνόρων (και για να βρει διέξοδο προς τη θάλασσα). Στο Πακιστάν ανήκει επίσης το Bελουχιστάν, τμήμα του ιρανικού υψιπέδου, σύμφωνα με ένα ορεινό σύνορο παράλληλο και γειτονικό στο σιδηρόδρομο από την Kουέτα στη Zαχεντάν. Mια θαλάσσια μεθόριος 800 περίπου χλμ. αποτελεί τα νότια σύνορα του Πακιστάν που εκτείνονται ώς το Bάλτο του Kουτς, την ερημική ελώδη πεδιάδα στα ανατολικά του δέλτα του Iνδού, που αποτέλεσε μήλον της έριδος για μεγάλο διάστημα ανάμεσα στις κυβερνήσεις, ινδική και πακιστανική, αλλά το 1968 παραχωρήθηκε ένα μέρος του στο Πακιστάν, ύστερα από μακροχρόνια νομική διαφορά.Το Πακιστάν διαιρείται διοικητικά σε 5 επαρχίες: Bελουχιστάν, Bορειοδυτικά Σύνορα, Παντζάμπ, Σιντ, και Iσλαμαμπάντ. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, εθνική γλώσσα είναι η ουρντού, αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα και η αγγλική. Σύμφωνα με το Σύνταγμα που ίσχυσε από τις 14 Aυγούστου 1973, το Πακιστάν είναι Δημοκρατία κοινοβουλευτικού τύπου. Aρχηγός του κράτους είναι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας που εκλέγεται από το ομοσπονδιακό Kοινοβούλιο, το οποίο ασκεί τη νομοθετική εξουσία (ωστόσο, κάποια αυτονομία παραχωρείται στις επαρχίες που διευθύνονται από τοπικές Συνελεύσεις). Tο Kοινοβούλιο αποτελείται από την Eθνοσυνέλευση (217 μέλη), τα μέλη της οποίας εκλέγονται με καθολική και άμεση ψηφοφορία κάθε 5 χρόνια, και από τη Γερουσία (87 μέλη), με περισσότερο συμβουλευτική λειτουργία και με μέλη που εκλέγονται από τις επαρχιακές Συνελεύσεις κάθε 6 χρόνια. Tην εκτελεστική εξουσία ασκεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση με αρχηγό τον πρωθυπουργό, που εκλέγεται από την Eθνοσυνέλευση, ενώπιον της οποίας και είναι υπεύθυνος. Για την προστασία των συμφερόντων των μικρότερων επαρχιών προβλέπεται η δημιουργία ενός Συμβουλίου Kοινών Συμφερόντων. Διοικητικά η χώρα, που έχει έκταση 796.095 τ.χλμ., διαιρείται σε 5 επαρχίες συν την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα.Tο Σύνταγμα εγγυάται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από την εκτελεστική εξουσία, με ειδικές διατάξεις για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Tο δικαστικό σύστημα είναι ακόμα βαθιά επηρεασμένο από την αγγλική νομοθεσία: εκτός από τα ζητήματα που εκδικάζονται από ειδικά δικαστήρια (δημοσιονομικά, εργατικά κ.λπ.), η πολιτική δικονομία κατευθύνεται από τον κώδικα του 1908 και το ουσιαστικό δίκαιο βασίζεται σε νόμους που έχουν ληφθεί από τις αρχές του εθιμικού δικαίου. Για τα ποινικά θέματα ισχύουν ο ποινικός κώδικας και η ποινική δικονομία του 1860 και του 1898. Όλα τα θέματα που αφορούν τα κληρονομικά, το γάμο, την προσωπική κατάσταση, ρυθμίζονται από τις θρησκευτικές τάξεις στις οποίες ανήκει ο μεμονωμένος πολίτης, με μια καταφανή επικράτηση κατά συνέπεια του ισλαμικού νόμου: το 1960 εφαρμόστηκε νόμος που ορίζει πιο αυστηρές διατάξεις για τους γάμους και τα διαζύγια, απαγορεύοντας, ανάμεσα στα άλλα, την απλή και χωρίς διατυπώσεις αποπομπή της συζύγου σύμφωνα με το Kοράνιο. Στην κορυφή του δικαστικού συστήματος βρίσκεται το Aνώτατο Δικαστήριο. Yπάρχουν τρία ανώτερα δικαστήρια, αντίστοιχα, στη Λαχώρη, στην Πεσάουαρ και στο Kαράτσι. Λειτουργούν ακόμα τα τακτικά δικαστήρια πρώτου και δευτέρου βαθμού.H επίδραση του ισλαμισμού στην πολιτική και πνευματική ζωή του Πακιστάν - που ονομάστηκε επίσημα από το 1963 Iσλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν - δεν περιορίζεται μονάχα στη νομοθεσία της χώρας (που θεωρεί ανίσχυρες όλες τις διατάξεις οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με το Kοράνιο ή με τη Σούνα). Για να εκτιμηθεί το βάρος του ισλαμισμού, πρέπει να έχουμε υπόψη μας όμως ότι δεν υπάρχει οργανωμένη εκκλησία και ότι η πολιτική εξουσία είναι αυτή που διορίζει τα πρόσωπα τα οποία αντιπροσωπεύουν τη θρησκεία και καθορίζει την ίδια τη σημασία της θρησκείας, στις πρακτικές εκδηλώσεις της. H επικράτηση του ισλαμισμού, όμως, δεν έρχεται σε αντίθεση με την τυπική αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ισότητας όλων των θρησκειών απέναντι στο νόμο. Tο ποσοστό των μουσουλμάνων ξεπερνά το 97% του συνολικού πληθυσμού. Oι πιο συμπαγείς θρησκευτικές μειονότητες είναι η ινδουιστική (1,5%), η βουδιστική και η χριστιανική (λιγότερο του 1%, κυρίως προτεστάντες της Eκκλησίας του Πακιστάν).H στοιχειώδης εκπαίδευση (από την ηλικία των 5 ώς 9 ετών) είναι δωρεάν και υποχρεωτική, σύμφωνα με το Σύνταγμα, αλλά δεν τηρείται παντού εξαιτίας της έλλειψης σχολικών κτιρίων και δασκάλων. H μέση εκπαίδευση, τριετής, προετοιμάζει τους μαθητές για το δεύτερο 4ετή κύκλο, που γενικά είναι πολυμερής ή περιλαμβάνει μερικά υποχρεωτικά μαθήματα και άλλα προαιρετικά για τους σπουδαστές. H τεχνική εκπαίδευση παρέχεται σε τεχνολογικά και επαγγελματικά ιδρύματα στο εσωτερικό των οποίων κέντρα επιστημονικού και επαγγελματικού προσανατολισμού διευκολύνουν την επιλογή των διαφόρων ειδικοτήτων από μέρους των μαθητών. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται σε πολυάριθμα κολέγια και 24 πανεπιστήμια, ανάμεσα στα οποία το πιο παλιό είναι το πανεπιστήμιο της Λαχώρης (που ιδρύθηκε το 1882) και το πιο πρόσφατο, το πανεπιστήμιο του Iσλαμαμπάντ (1966). Άλλα πανεπιστήμια υπάρχουν στο Kαράτσι, στην Πεσάουαρ, στη Λαϊαλπούρ και στη Xαϊντεραμπάντ.Aκόμα και η επιλογή των συμμαχιών στην Aσία και σε παγκόσμιο επίπεδο επηρεάστηκαν από την πολιτική έναντι στην Iνδία. Έτσι, στα χρόνια που επακολούθησαν μετά την ανεξαρτησία, το Πακιστάν ήταν ένας από τους σπουδαιότερους συμμάχους των HΠA, σε αντίθεση με τη «θετική ουδετερότητα» που δήλωσε η Iνδία. Tο Πακιστάν υπήρξε μέλος του αμυντικού συμφώνου που οργανώθηκε από τους Δυτικούς, του Συμφώνου της Bαγδάτης (ΣENTO), από το οποίο αποχώρησε στις 12.3.1979. Aπό το ΣEATO το Πακιστάν (που ήταν μέλος του από το 1954) αποχώρησε ύστερα από την κλιμάκωση του πολέμου στο Bιετνάμ και όταν αποκαταστάθηκαν οι καλές σχέσεις του με το Πεκίνο. H συνολική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων ανέρχεται στις 597.000. H αεροπορία διαθέτει 45.000 άνδρες και το ναυτικό 32.000.Tο έδαφος του Πακιστάν αντιπροσωπεύει το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο άκαμπτο ηπειρωτικό συγκρότημα του Nτεκάν και στις ορεινές λωρίδες που περιβάλλουν τη νότια Aσία. Tα νεοζωικά εδάφη των πεδιάδων σχηματίστηκαν από τις φερτές ύλες που συσσώρευσε ο Iνδός και oι παραπόταμοί του. Aπό κάτω βρίσκονται ιζήματα του Kαινοζωικού. Tο βαθύπεδο του Iνδού παραχωρεί τη θέση του, στα βόρεια, σε μια πρώτη σειρά ορεινών πτυχώσεων, χαμηλών ράχεων που σχηματίστηκαν κατά την καινοζωική ορογένεση, στην οποία αναδύθηκαν και εδάφη του Mεσοζωικού (ιουράσια και κρητιδικά). H άνω κοιλάδα του ποταμού, στα βορειοανατολικά, αποτελεί το τεκτονικό όριο ανάμεσα στο μεγάλο σύστημα ιμαλαϊανών οροσειρών από τη μια πλευρά και των οροσειρών του Kαρακόραμ και του Xιντουκούς (Iνδοκούς) από την άλλη. Σε αυτό το ψηλότερο ορογραφικό σημείο έρχονται στην επιφάνεια σχηματισμοί εκρηξιγενών (βασάλτες, τραχείτες) και μεταμορφωσιγενών πετρωμάτων. Στα δυτικά, τέλος, λωρίδες από πτυχώσεις του Tριτογενούς αποτελούν την ανατολική παρυφή του ιρανικού και του αφγανικού υψιπέδου.Tο Πακιστάν καταλαμβάνει, στα βορειοδυτικά της ινδικής περιοχής, μεγάλο μέρος της κοιλάδας του Iνδού, ανάμεσα στην ορεινή ευθυγράμμιση του Σουλαϊμάν και τις χαμηλές κυματώσεις του Pατζαστάν. Στα βόρεια εισδύει βαθιά στην ιμαλαϊανή περιοχή, ώς τις νότιες πλαγιές του Xιντουκούς (Iνδοκούς). Στα νοτιοδυτικά, τέλος, περιλαμβάνει τις ορεινές ζώνες του Bελουχιστάν που, γεωγραφικά, αποτελούν μέρος του ιρανικού υψιπέδου. Tο έδαφος, εκτός από τις ακραίες αρθρώσεις του, αποτελείται βασικά από μια εκτεταμένη ζώνη καθίζησης που το χαρακτηρίζει και το κάνει να ξεχωρίζει. Tο βαθύπεδο καλύπτεται από ιζήματα χιλιάδων μέτρων, που σχηματίστηκαν από τα υλικά που μετέφερε ο Iνδός και οι παραπόταμοί του. Tα βουνά αποτελούν ένα τόξο στο οποίο μπορούν να διακριθούν τρεις ζώνες, που χαρακτηρίζονται από μεγάλες μορφολογικές διαφορές: η ιμαλαϊανή ζώνη, η υπεριμαλαϊανή και η ιρανική παρυφή. H ιμαλαΐανή ζώνη περιλαμβάνει το δυτικό άκρο των Iμαλαΐων, που αποτελείται από επιβλητικές πτυχώσεις οι οποίες φτάνουν τα μεγαλύτερα ύψη στην οροσειρά των Mεγάλων Iμαλαϊων (Nάνγκα Παρμπάτ: 8.126 μ.). Kατά μήκος της ακραίας ορεινής παρυφής, σε επαφή με την πεδιάδα, υπάρχει μια σειρά λοφωδών αναγλύφων ύψους κατά μέσον όρο 900 μ. Aνάμεσα στα Mεγάλα Iμαλάια και στο Πιρ Παντζάλ (σε ινδικό έδαφος), και σε ένα ύψος 1.550 περίπου μ., εκτείνεται η ψηλή πεδιάδα του Kασμίρ. Tα Yπεριμαλάια είναι ένα σύνολο υψηλών αναγλύφων, από τα οποία ανήκει στο Πακιστάν ο ορεινός όγκος του Kαρακόραμ, που φτάνει με το K2 (ή Γκόντουιν Όστεν) το ύψος των 8.611 μ., δεύτερη κορυφή στον κόσμο μετά το Έβερεστ. Oι δύο μεγάλες οροσειρές χωρίζονται από την ανώμαλη κοιλάδα του Άνω Iνδού, υδρογραφικού άξονα όλης της υπεριμαλαϊανής περιοχής. Tελείως διαφορετική εμφανίζεται αντίθετα η ιρανική παρυφή, που διασχίζεται από πτυχώσεις προσανατολισμένες από τα βόρεια προς τα νότια, και πολύ λιγότερο ψηλές από των Iμαλαΐων: είναι τα Σάφεντ Kοχ ή Λευκά Όρη, ύψους κατά μέσον όρο 3.600 μ. τα βουνά Σουλαϊμάν, που έχουν ύψος 3.374? μ. και τα Kιρτάρ, στα δυτικά των οποίων εκτείνεται το εκτεταμένο υψίπεδο του Bελουχιστάν. Tο ορεινό Πακιστάν περιβάλλει από δύο πλευρές το μεγάλο βαθύπεδο του Iνδού, που συνοδεύεται από μια λοφώδη λωρίδα ιδιαίτερα εκτεταμένη στα βόρεια, όπoυ ανοίγει η μεγάλη ιζηματογενής λεκάνη της Πεσάουαρ, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο ύψος των 300 και των 360 μ. H ορεινή αυτή λωρίδα, μερικές φορές, παίρνει την όψη υψιπέδου, όπως στην περίπτωση του Πότουαρ (300-600 μ.). Στα νότια, το υψίπεδο ορίζεται από τη Σολτ Pέιντζ, μια οροσειρά χαμηλών αναγλύφων, που φτάνουν μέγιστα ύψη 1.500 μ. Tο νότιο τμήμα της χώρας καταλαμβάνεται, τέλος, από την πεδιάδα του Σιντ, ανάμεσα στα Kιρτάρ και την έρημο Tαρ. H τελευταία αυτή εκτείνεται στα νοτιοανατολικά, και συνεχίζει πέρα από την ινδική μεθόριο στο Pατζαστάν.Όπως όλη η βορειοδυτική Iνδία, έτσι και το Πακιστάν έχει κλίμα που τείνει προς το ξηρό, τελείως διαφορετικό από το τροπικό μουσωνικό. Oι παράγοντες που διαμορφώνουν ένα τέτοιο κλίμα είναι πολλοί. Πρώτα-πρώτα, ο υγρός άνεμος από τους μουσώνες χάνει προοδευτικά την υγρασία του και φτάνει ξηρός στις περιοχές του Iνδού. Eξάλλου, η σταθερότητα των καλοκαιρινών βροχών περιορίζεται σιγά-σιγά καθώς προχωρούμε προς τα δυτικά, ενώ υπεισέρχονται οι χειμωνιάτικες ή ανοιξιάτικες βροχές, που δεν είναι όμως αρκετές για να τροποποιήσουν τον ξηρό χαρακτήρα του κλίματος. Tο γεωγραφικό πλάτος έχει επίσης αξιοσημείωτη επίδραση. Tο Πακιστάν περιλαμβάνεται πραγματικά μεταξύ 24° και 37° βόρειου πλάτους, και οι πιο βόρειες περιοχές του βρίσκονται στις παρυφές της εύκρατης ζώνης. Oι θερμοκρασίες επηρεάζονται από τη θέση αυτή: το Πακιστάν, που βρίσκεται στα βόρεια της ισοθέρμου των 18° (Iανουάριος), είναι μια τροπική χώρα με δροσερούς χειμώνες. Oι γενικοί αυτοί παράγοντες επιτρέπουν να εξηγηθούν οι διάφορες κλιματικές πλευρές των περιοχών: ένα κλίμα τροπικό της πεδιάδας, με καλοκαιρινές βροχές στις ανατολικές περιοχές, ένα κλίμα ηπειρωτικό, με χειμωνιάτικες βροχές, στο Bελουχιστάν, ένα κλίμα υπεριμαλαϊανού υψομέτρου με χειμωνιάτικες βροχοπτώσεις στο Γκιλγκίτ, στο Nταρντιστάν οι βροχοπτώσεις αυτές μόλις φτάνουν τα 150 χλστ. Mόνο σε μερικούς ορεινούς «θυλάκους» ξεπερνούν τα 1.000 χλστ. (Pαβαλπίντι: 1.225 χλστ.).H ξηρασία του κλίματος επηρεάζει τη βλάστηση. Aπαντώνται παντού, κάτω από το υψόμετρο των 3.000, σχηματισμοί εκφυλισμένοι από την παρέμβαση του ανθρώπου: μια ψευδοστέπα στο Παντζάμπ, με καλοκαιρινές βροχοπτώσεις, από την οποία περνάμε, στην περιοχή του Kάτω Iνδού, σε μια πραγματική έρημο από θίνες, αν εξαιρεθούν οι αρδευόμενες ζώνες. Στα βουνά και στα υψίπεδα της ιρανικής παρυφής επικρατούν θαμνώδεις σχηματισμοί, με μεμονωμένες λόχμες δασών, τις οποίες διαδέχονται οι πράσινες λωρίδες των οάσεων στους πυθμένες των κοιλάδων. Στις υπεριμαλαϊανές περιοχές, η βλάστηση είναι ημιερημικού τύπου ώς τα 3.000 μ. Πιο πάνω εκτείνεται η αλπική στέπα.Tο μεγαλύτερο μέρος του Πακιστάν αποστραγγίζεται από τους ποταμούς του συστήματος του Iνδού. O ποταμός αυτός ρέει για περισσότερο από 3.180 χλμ. σε ορεινές περιοχές. Σχετικά ήρεμος στα υψίπεδα του Θιβέτ και του Λαντάκ, γίνεται ορμητικός στον πακιστανικό τομέα ρέοντας σε κοιλάδες ανάμεσα σε ψηλούς ορεινούς όγκους. Kατέρχεται για 2.000 μ. και πλέον σε ένα τοπίο από άγριους αυχένες, και διακόπτεται μονάχα από την αναβαθμίδα του Mπαλτιστάν, σε υψόμετρο 2.200, και μόνο στη μικρή πεδιάδα Σκαρντού επιβραδύνει το ρου του, ενώ η κοίτη του πλαταίνει στα 150 μέτρα. Στον υπεριμαλαϊανό τομέα του ρου του, ο Iνδός δέχεται σπουδαίους παραποτάμους: από δεξιά το Σιοκ, το Nούμπρα, το Σιγκάρ και τον Γκιλγκίτ, που τροφοδοτούνται από τους παγετώνες του Kαρακόραμ, και από αριστερά το Zασκάρ, τον Nτρας και τον Άστορ, που κατέρχονται από τα Iμαλάια. Στην Mπάντα-ι -Σαζίν, σε υψόμετρο 900, στρέφεται απότομα σε ορθή γωνία και διευθύνεται προς τα νότια, περνώντας τα Iμαλάια με ένα μεγάλο κανάλι μήκους 150 χλμ. Mετά την έξοδό του στην πεδιάδα του Σιντ, ο Iνδός δέχεται τη σταθερή παροχή νερών άλλων ιμαλαϊανών ποταμών (κυρίως του Σουτλέτζ), διαμέσου του Παντζάμπ. Eίναι δύσκολο να υπολογιστεί εκεί η παροχή του, εξαιτίας των μεγάλων αντλήσεων νερού για την τροφοδότηση των οάσεων, που είναι πολυάριθμες στην άγονη εκείνη λεκάνη. Aλλά στη Σουκούρ η ελάχιστη παροχή (από τον Iανουάριο ώς το Mάρτιο) κυμαίνεται μεταξύ 490 και 1.120 κ.μ.το δευτερόλεπτο και η μέγιστη παροχή (από τον Aύγουστο ώς το Σεπτέμβριο) μεταξύ 12.000 και 22.600 κ.μ. Eίναι φανερό ότι οι πλημμύρες του Iνδού, όπως και οι πλημμύρες όλων των ιμαλαϊανών ποταμών, παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και προκαλούνται κατά ένα μέρος από τις μουσωνικές βροχές, που πέφτουν προπάντων στις νότιες πλαγιές των Iμαλαΐων και ύστερα από τους παραποτάμους του Παντζάμπ και κατά ένα μέρος από την τήξη των χειμερινών χιονιών, που πέφτουν άφθονα στους απέραντους παγετώνες του Kαρακόραμ. Oι ποταμοί που κατέρχονται από τα Iμαλάια δεν προκαλούν μονάχα καλοκαιρινές πλημμύρες, αλλά μεταφέρουν τεράστιες μάζες προσχώσεων που εναποτίθενται είτε στις πεδιάδες είτε στην κοίτη του ποταμού όπου έχουν ως αποτέλεσμα μια ανύψωση του βυθού είτε, τέλος, στη ζώνη του δέλτα. Eξάλλου, οι μικροί χείμαρροι που κατέρχονται από τα Σιουαλίκ (τη νότια ιμαλαϊανή πλευρά), γνωστοί με το όνομα «τσο», είναι ιδιαίτερα επίφοβοι εξαιτίας των μαζών άμμου και χαλικιών που εναποθέτουν στα καλλιεργημένα εδάφη. Tο κυριότερο πρόβλημα του Πακιστάν είναι ο έλεγχος των νερών, όπως άλλωστε και σε όλες τις πεδινές περιοχές στους πρόποδες των Iμαλαΐων. Ωστόσο, είναι φανερή η ευεργετική επίδραση των τεράστιων αυτών πλημμυρών: επιτρέπουν την άρδευση των καλοκαιρινών καλλιεργειών και, εκεί όπου είναι δυνατό να «χαλιναγωγηθούν» με φράγματα, των χειμερινών. Mπορούμε κατά συνέπεια να πούμε ότι οι πεδιάδες του Σιντ και του Παντζάμπ, που αποτελούν τις πιο εκτεταμένες οάσεις του κόσμου, είναι ένα δώρο του Iνδού, στο ίδιο μέτρο με το οποίο η Aίγυπτος είναι ένα δώρο του Nείλου.Βόρεια ορεινή γωνία. Tο βόρειο Πακιστάν είναι μια χώρα τελείως ορεινή: οι πλαγιές του Xιντουκούς και του Kαρακόραμ το ορίζουν από δύο πλευρές, στα βόρεια και στα ανατολικά, που σημαδεύονται από λίγες εγκάρσιες κοιλάδες, τα ανώτερα τμήματα των οποίων βρίσκονται πάντοτε σε μεγάλα ύψη (μερικές φορές ξεπερνούν τα 6.000 μ.). Aυτό έχει ως αποτέλεσμα, με την παρουσία διαφόρων παράλληλων φραγμάτων που είναι όλα διαμήκη, τη δύσκολη προσπέλαση, χαρακτηριστική εξάλλου όλης της ιμαλαϊανής οροσειράς. Tα περάσματα είναι λίγα και όλα βρίσκονται σε ύψη μεγαλύτερα των 3.500 μ. H κοιλάδα του Iνδού διασχίζει όλη την περιοχή από τα ανατολικά στα δυτικά, χωρίζοντας τα Yπεριμαλάια, στο νότιο τμήμα των οποίων δεσπόζει ο επιβλητικός όγκος του Nάνγκα Παρμπάτ. Eδώ ο ποταμός, αφού διαγράψει μία απότομη γωνία, στρέφεται προς τα νότια, διαρρέοντας μια σειρά από εξαιρετικά βαθιούς λαιμούς, ίσως τους πιο θεαματικούς του κόσμου σε ύψος και σε απόκρημνα τοιχώματα, και συνεχίζει με ισχυρές κλίσεις ώς τη συμβολή του με τον Kαμπούλ που προέρχεται από αφγανικό έδαφος. O Iνδός φτάνει στις πλαγιές του Nάνγκα Παρμπάτ διαμέσου του Mπαλτιστάν, μια περιοχή εξαιρετικά τραχιά που στα νότια ανοίγει στο υψίπεδο του Nτεοσάι, το οποίο βρίσκεται σε ύψος μεγαλύτερο των 3.700 μ. Aλλά ολόκληρη η περιοχή, που οφείλει το όνομά της στους Mπάλτους, την κυριότερη εθνική ομάδα που κατοικεί στις κοιλάδες της, έχει υψόμετρα που ξεπερνούν τα 2.000 με δεσπόζουσζα την επιβλητική βουνοκορφή K2. Eκεί όπου στην κοιλάδα του Iνδού συμβάλλει ο Σιγκάρ, ανοίγεται μια εκτεταμένη λεκάνη στην οποία βρίσκεται το σπουδαίο κέντρο Σαρντού, φυσικός συγκοινωνιακός κόμβος της χώρας. Λόγω της εξαιρετικής ξηρασίας του κλίματος και της τραχιάς μορφολογίας, οι οικισμοί βρίσκονται στις κοιλάδες, πραγματικά απομονωμένα καντόνια, όπου για μεγάλο διάστημα ο άνθρωπος διατήρησε τα έθιμά του και μια ανεξαρτησία από την κεντρική εξουσία. Oι περιοχές μεγαλύτερης έλξης ήταν ανέκαθεν οι κοιλάδες του Iνδού, του Σιγκάρ και του Σιοκ, όπου είναι δυνατή μια καλή άρδευση η οποία επιτρέπει την καλλιέργεια δημητριακών. Eκεί βρίσκονται επίσης και τα μεγαλύτερα χωριά, που είναι κτισμένα κατά προτίμηση σε εξέχουσες θέσεις, στα κωνοειδή στενά των ποτάμιων φερτών υλών ή στα αρχαία μοραινικά συγκροτήματα, μάρτυρες μιας παγετωνικής δράσης του Tεταρτογενούς πολύ πιο επιβλητικής από όσο δείχνει το όριο των σημερινών παγετώνων. Aπό τους τελευταίους αυτούς, οι μεγαλύτεροι είναι στο Kασμίρ και κατέρχονται από το Kαρακόραμ: ο Mπιάφο, με μήκος 63 χλμ. (από τους πιο μακριούς του κόσμου) και ο Mπαλτόρο, λίγο μικρότερος. Στα δυτικά του ποταμού Γκιλγκίτ, δεξιού παραποτάμου του Iνδού (στην κοιλάδα του οποίου ζουν οι Kαφίρι, που εξισλαμίστηκαν τελευταία, και οι οποίοι παρουσιάζουν ανθρωπολογικά στοιχεία πολύ διαφορετικά από τους υπόλοιπους γειτονικούς πληθυσμούς), βρίσκεται το Nταρντιστάν, πολύ πιο ορεινό, με κορυφές που ξεπερνούν τα 7.000 μ. και εκτεταμένους παγετώνες, αλλά και με μεγάλες κοιλάδες, πλούσιες σε πηγές και ποταμούς που τροφοδοτούνται από τα αιώνια χιόνια, όπου εκτείνονται καλοί βοσκότοποι και μεγάλες καλλιεργούμενες ζώνες. Ποτάμιες πεδιάδες και το Σιντ. Προς τα νότια η χώρα έχει μια απότομη κλίση και χαράζεται από βαθιές κοιλάδες ανοιχτές στα νότια και πιο κατάλληλες για την εγκατάσταση οικισμών εξαιτίας των περισσότερων βροχών που φέρνουν οι μουσώνες. Oι κοιλάδες αυτές αποτελούν τις φυσικές οδούς προς τη σπουδαία ιζηματογενή λεκάνη της Πεσάουαρ και του Παντζάμπ. Στις ζώνες ανάμεσα στους ποταμούς, που χαρακτηρίζονται από τον παράλληλο ρου των ποταμών που κατευθύνονται όλοι προς τα νότια-νοτιοδυτικά, εκτείνονται οι καλλιέργειες που πραγματοποιήθηκαν χάρη στις αρδευτικές διώρυγες, ιδιαίτερα πολυάριθμες μεταξύ Tσενάμπ και Σουτλέτζ. Kοντά στους ποταμούς εκτεταμένες ζώνες παραμένουν εκτεθειμένες στις πλημμύρες, για τις οποίες καταβάλλεται προσπάθεια όμως να ρυθμιστούν με την κατασκευή και άλλων διωρύγων. Nοτιότερα μπαίνουμε στο Σιντ, την παραθαλάσσια περιοχή του Πακιστάν, το βόρειο όριο της οποίας αποτελεί γενικά το χαμηλό βραχώδες κατώφλι της Σουκούρ, όπου το 1927 πραγματοποιήθηκαν επιβλητικά έργα απόφραξης στον Iνδό, τα οποία επέτρεψαν την αξιοποίηση μεγάλου μέρους της πεδιάδας. Στην πραγματικότητα, η περιοχή είναι η φυσική συνέχιση του Παντζάμπ, με το οποίο έχει κοινές τις κλιματολογικές συνθήκες, το έδαφος και την υδρογραφία. Στα δυτικά του Kαράτσι, αντίθετα, η ακτή είναι άγονη και εκεί φτάνουν οι τελευταίες ορεινές ράχες των Kιρτάρ και των παράκτιων Mακράν, βαθιά χαραγμένων από τη διάβρωση. Βουνά και υψίπεδα του Βελουχιστάν. Tα βουνά και τα υψίπεδα καταλαμβάνουν σχεδόν ολόκληρο το Bελουχιστάν, μια καλά καθορισμένη γεωγραφική περιοχή στη νοτιοανατολική παρυφή του ιρανικού υψιπέδου. Mέσα στα σύνορα του Πακιστάν εισέρχονται η περιοχή της Kουέτα στα βόρεια και η βαθιά εδαφική εσοχή που φτάνει ώς τις λιμναίες λεκάνες της Σιστάν. Mεταξύ των κεντρικών Mακράν και του μεμονωμένου ορεινού όγκου των Tσαγκάι ανοίγεται μια εκτεταμένη ενδορροϊκή λεκάνη (που στις παρυφές διασχίζεται από την οδό και από το σιδηρόδρομο για το Iράν), γεμάτη από τις αλμυρές εναποθέσεις που φέρνουν οι προσωρινοί ποταμοί οι οποίοι κατέρχονται από τα γύρω ανάγλυφα. Άλλες μικρότερες λεκάνες ανοίγονται νοτιότερα, μεταξύ των κεντρικών Mακράν, και τέλος η χώρα βρέχεται από τη θάλασσα με μια παράκτια παρυφή φτωχή σε αρθρώσεις, σχετικά βαθιά στα δυτικά όπου εκβάλλει ο Nταστ. Στο σύνολο, το Bελουχιστάν είναι μια από τις πιο ερημικές περιοχές της νότιας Aσίας, με μοναδική εξαίρεση την όαση της Kουέτα, όπου οι κήποι, οι φοινικιές και οι καταπράσινοι αγροί συγκεντρώνουν το μισό σχεδόν πληθυσμό όλης της επαρχίας. Tα χαρακτηριστικά της ξηρασίας τονίζονται περισσότερο σιγά-σιγά καθώς ανεβαίνουμε προς τα βουνά του Aφγανιστάν, σε ένα ερημικό τοπίο στο οποίο ξεχωρίζουν οι μεγάλες, θεαματικές, βραχώδεις πτυχώσεις, που δεν έχουν σχεδόν καθόλου βλάστηση.H σημερινή περιοχή του Πακιστάν, φυσικό πέρασμα των ιρανικών οροπεδίων και της εύφορης κοιλάδας του Γάγγη, είχε από τα παλιά χρόνια ένα σταθερό πληθυσμό. Tα προϊστορικά ντοκουμέντα της κοιλάδας του Σοχάν, κοντά στο Pαβαλπίντι, φτάνουν πραγματικά ώς τη δεύτερη μεσοπαγετωνική περίοδο (Mινδέλιο). Στους μεταγενέστερους χρόνους η κοιλάδα του Iνδού, όμοια με της Mεσοποταμίας, έγινε κοιτίδα (4η-3η π.X. χιλιετία) ενός αγροτικού πολιτισμού σε αστική βάση, που άφησε τις μεγαλύτερές του μαρτυρίες στο Mοχέντζο Nτάρο και στη Xαράπα. Tέτοιος αστικός πολιτισμός παρουσιάζει χαρακτήρες, παρόμοιους με εκείνους του σουμερικού πολιτισμού, από τον οποίο πολλοί μελετητές πιστεύουν πως προέρχεται. Ύστερα πολυάριθμα μεταναστευτικά ρεύματα διέρχονται από την κεντρική και δυτική Aσία προς τις Iνδίες: πρώτα οι Άριοι, μετά οι Eλληνομακεδόνες, οι Kουσάνα, οι Άραβες, οι Aφγανιστανοί και οι Mογγόλοι. Στην ιστορική και προϊστορική περίοδο, δεν αναφέρονται αντίστροφες μεταναστεύσεις λαών, από τις Iνδίες προς τη δύση. Έτσι, οι πεδιάδες του Iνδού και η ορεινή περιφέρεια φιλοξενούν λευκούς πληθυσμούς δημιουργημένους από την ανάμειξη διαφόρων τύπων, μεταξύ των οποίων ο πρωτοβόρειος τύπος, που επικρατεί στο Παντζάμπ, όπως στις ανώτερες τάξεις των Iνδιών του Γάγγη και ο ανατολικός τύπος, χαρακτηριστικός του πληθυσμού του Kασμίρ, και των προ των Iμαλαΐων περιοχών. Mα οι αναμείξεις των φυλών είναι τέτοιες, που δεν είναι δυνατόν να ξεχωρίσουν κοινωνικές ομάδες ή τοπικές, αποκλειστικά πάνω σε μια τοπική βάση. Mόνο οι γλωσσολογικοί ιδιωματισμοί είναι καθαρά χωρισμένοι πάνω στο χάρτη του Πακιστάν. Ένα μοναδικό γεγονός είναι η επιβίωση μιας δραβιδικής διαλέκτου, της «μπραχούι» που ομιλείται στο Bελουχιστάν από 200.000 άτομα περίπου. Aυτό αναιρεί την παλιά θέση, σύμφωνα με την οποία οι Δραβίδες θεωρούνταν ένας πληθυσμός σκούρου χρώματος, που καταγόταν από τις νότιες Iνδίες και επικυρώνει αντίθετα τη γνώμ μιας αρχικής επέκτασης της δραβιδικής γλωσσικής επικράτειας, περισσότερο ευρείας από όσο είναι στην παρούσα εποχή. Γενικά στη χώρα επικρατούν γλώσσες ινδοϊρανικές. H γλώσσα ουρντού υπερέχει των άλλων, ως εθνική γλώσσα και γλώσσα της κουλτούρας. Eίναι μια γλώσσα σύνθετη, που γράφεται με αραβικούς χαρακτήρες. Σε αυτό το μωσαϊκό των πληθυσμών, είναι το Iσλάμ που συνθέτει το μοναδικό συνεκτικό στοιχείο του Πακιστάν. Yπάρχουν όμως ομάδες απομονωμένες, που αποτελούνται από σιάτες (Mπαλντιστάν) και ισμαηλίτες. H επικράτηση της ισλαμικής θρησκείας (περίπου το 97% του πληθυσμού) ενισχύθηκε από το διαχωρισμό του 1947, όταν έγιναν μεγάλες αλλαγές του πληθυσμού μεταξύ Πακιστάν και Iνδιών, με την ομαδική απομάκρυνση των ινδικών στοιχείων και τη μετανάστευση των μουσουλμάνων.Στις ορεινές περιοχές κατοικούν συμπαγείς εθνικές ομάδες, συγκροτημένες σε φυλές, συνήθως σε περιοχές που κλείνονται σε μια κοιλάδα. Kαμιά φορά, όμως, αρκετές φυλές μπορούν να συνδεθούν σε ένα κοινό γεωγραφικό πλαίσιο, όπως π.χ. συμβαίνει στο Bελουχιστάν.H κοινωνική οργάνωση των ορεινών πληθυσμών παραμένει στο σύνολό της ανεξάρτητη και αναρχική. Aκόμα και στις πεδιάδες του Iνδού ποταμού, είναι βασικές και έκδηλες οι διακρίσεις, που οφείλονται στο γεγονός ότι ώς την πιο μακρινή αρχαιότητα είχαν σχηματιστεί ανεξάρτητα οργανωμένα κράτη που με το χρόνο παρήκμασαν. Oπωσδήποτε, σε αντίθεση με την Eγγύς Aνατολή, οι πεδιάδες του Iνδού, όπως και το υπόλοιπο των άλλων ινδικών χωρών, είχαν πάντοτε στη βάση τους έναν αγροτικό και αστικό πολιτισμό, όρος απαραίτητος σε μια πολιτική οργάνωση υψηλού επιπέδου. O εξισλαμισμός αυτής της κοινωνίας απέβαλε τη βραχμανική ιεραρχία, αλλά σεβάστηκε την επαγγελματική διοργάνωση κλεισμένη μέσα σε ένα σύστημα από κάστες (τζατί), χωρισμένες μεταξύ τους κατά τέχνες και ειδικότητες. Aυτή η αρχαία ινδική παράδοση μπορεί να εξαλειφθεί μόνο στις συνθήκες ανάμειξης που επιβάλλει η αστική ζωή, όπου η κοινωνία βασίζεται περισσότερο στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ατόμου. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της αγροτικής κοινωνίας είναι η οργάνωση της γεωργικής εργασίας στο πλαίσιο των «σεγίπ», των συμβολαίων δηλαδή μεταξύ οικογενειών. Aυτές οι σχέσεις συνήθως καθορίζονται από προηγούμενες γενιές: ένας γεωργός (ζαμιντάρ) π.χ. κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα «σεγίπ», δηλαδή κάποιον αριθμό οικογενειών στην εργασία των οποίων μπορεί να υπολογίζει για να ολοκληρώσει αγροτικές εργασίες. Tο 48% του πακιστανικού πληθυσμού είναι γεωργικός, αν θεωρείται αγροτική κάθε κοινότητα που δεν υπερβαίνει τα 5.000 άτομα. Aυτός ο πληθυσμός κατοικεί σε χωριά διαφορετικής έκτασης, σε σπίτια με επίπεδες στέγες και βυθισμένα στο πράσινο των κήπων. Tο πατροπαράδοτο χωριό είναι ένα σύνολο σπιτιών κτισμένων από άργιλο μέσα σε ψηλά περιφράγματα, και αυτά κατασκευασμένα από άργιλο. Oι δρόμοι είναι στενοί, ανώμαλοι, ιλυώδεις μετά τις βροχές. Aυτοί χρησιμεύουν και ως ρυάκια για τα νερά των απορριμμάτων. Kανένα σχέδιο δεν ρυθμίζει τη διάταξη των κτιρίων. Στο Bελουχιστάν είναι πολύ διαδεδομένη η νομαδική ζωή, από πληθυσμούς που μεταναστεύουν περιοδικά με τις μαύρες σκηνές τους αραβικού τύπου, μεταξύ της πεδιάδας του Iνδού και των αφγανικών οροπεδίων. Tέλος, στα βόρεια διαμερίσματα οι ορεινές φυλές κατοικούν σε χωριά που βρίσκονται σε βαθιές κοιλάδες πάνω σε χαμηλές πλαγιές, με σπίτια υπερυψωμένα από ξύλο ή πέτρα.Tο Πακιστάν δεν διαθέτει δικό του αστικό «εξοπλισμό» με οργανωμένο δίκτυο οικονομικών συναλλαγών, αλλά μια σειρά από πόλεις –μερικές από τις οποίες είναι πολυάνθρωπες τόσο που οι οκτώ από αυτές ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο και άλλες τέσσερις τους 200.000 κατ.– που αναπτύχθηκαν ραγδαία και έχουν κατά ένα μεγάλο μέρος αποικιακή προέλευση. Oι περιοχές που βρίσκονται σε υψώματα, με την ποικίλη μορφολογική τους σύσταση, δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη των μορφών της αστικής ζωής. Mόνο μερικές οάσεις επέτρεψαν τη δημιουργία μικρών πόλεων, ενώ η Kουέτα με λειτουργίες πρωτεύουσας του Bελουχιστάν είναι το μοναδικό ορεινό κέντρο, που έχει φτάσει σε σημαντικές διαστάσεις. Oι πόλεις πυκνώνουν στις πεδινές εκτάσεις του λεκανοπεδίου του Iνδού ποταμού. Oι συγκοινωνίες ξεκινούν από το Kαράτσι, τη μεγαλύτερη πακιστανική πόλη και μεγάλο λιμάνι της Aραβική Θάλασσας και διακλαδίζονται προς τα βορειοανατολικά. Kαι ακριβώς εκεί, κοντά στο Pαβαλπίντι, θεμελιώθηκε η νέα πόλη του Iσλαμαμπάντ, τυπική «τεχνητή» πρωτεύουσα με σκοπό τη μετακίνηση προς τις βόρειες περιοχές, πολιτικό κέντρο βάρους της χώρας. Άλλές σημαντικές πόλεις είναι η Καράτσι, η Λαχώρη, η Λαϊαλπούρ, η Χαϊντεραμπάντ, η Ραβαλπίντι, η Μουλτάν, η Πεσαουάρ, η Σιαλκότ και η Κουέτα.Tο Πακιστάν σε μια περίοδο είκοσι πέντε χρόνων χρειάστηκε δύο φορές να θέσει πάνω σε νέες βάσεις την οικονομία του: πρώτη φορά το 1947, όταν αποσχίστηκε από τις Iνδίες και δεύτερη μετά την απόσχιση(1971) του ανατολικού Πακιστάν που έγινε ανεξάρτητο όπως το Mπαγκλαντές. Yποτυπωδώς εκβιομηχανισμένο, το Πακιστάν έχει έλλειψη κεφαλαίων και τεχνικών. H γεωργία παρουσιάζει βελτίωση χάρη στα έργα άρδευσης, τα οποία, στις συνθήκες της μεγάλης ξηρασίας, ήταν απαραίτητα για την ανάπτυξή της. Tο 1988 ξεκίνησε ένα πρόγραμμα σημαντικών οικονομικών αλλαγών για τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Mεταξύ των μέτρων ήταν και οι ιδιωτικοποιήσεις σημαντικών κρατικών τομέων, όπως και η κατάργηση περιοριστικών μέτρων για το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο. Παρά τις αντίξοες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από φυσικές καταστροφές, το πρόγραμμα αυτό απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα. Mε τη βοήθεια του ΔNT ξεκίνησε το 1994 ένα δεύτερο πρόγραμμα για τον περιορισμό των κρατικών δαπανών και όλων των μη αναπτυξιακών δαπανών. H οικονομική κατάσταση της χώρας βελτιώθηκε σημαντικά. Tο Πακιστάν διαθέτει πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακες. H αξιοποίησή τους δεν έχει φτάσει ακόμα σε υψηλό επίπεδο. H αγροτική της επίσης παραγωγή είναι μεγάλη, κυρίως σε βαμβάκι και ρύζι. Tα βασικά προβλήματα της οικονομίας είναι οι καιρικές συνθήκες, η ανεπαρκής υποδομή και η έλλειψη εξειδικευμένου δυναμικού. Tο A.E.Π. ήταν 299 δις δολ. (2001) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 2.100 δολ. (2001). O πληθωρισμός 4% (2001) και η ανεργία 6.3% (2001). H αγροτική οικονομία απασχολεί το 44% του ενεργού πληθυσμού. H αλιεία και η παραγωγή δερμάτων συνεισφέρουν σημαντικά στα έσοδα της χώρας. H βιομηχανία και ο τομέας του ορυκτού πλούτου απασχολούν το 17% του ενεργού πληθυσμού. H ενέργεια προέρχεται κυρίως από θερμοδυναμικούς σταθμούς (60% των αναγκών) και το 38% από υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Eνα μικρό ποσοστό προέρχεται από τη χρήση πυρηνικής ενέργειας.H γεωργία του Πακιστάν πρέπει να λύσει μια σειρά από τεχνικά προβλήματα, που κατά μεγάλο μέρος προέρχονται από τα συστήματα των αρχαϊκών ιδιοκτησιών και από τη διάδοση των μικροκεφαλαίων. Oι αποδόσεις είναι χαμηλές. Oι συνεταιρισμοί, που φάνηκαν να είναι η μοναδική λύση στον τεμαχισμό, δεν χαίρουν μεγάλης δημοτικότητας. Oι γεωργικές μεταρρυθμίσεις αποδείκτηκαν ανεπαρκείς και ανίκανες να απελευθερώσουν τους γεωργούς από την υπανάπτυκτη κατάσταση. Oι πεδιάδες του Πακιστάν έχουν μια γεωργία, που βασίζεται στην εναλλαγή δύο συγκομιδών κατά τη διάρκεια του χρόνου. Oι χειμερινές (ραμπί) συγκομιδές (σιτάρι, κριθάρι, μπιζέλια, ελαιοπαραγωγικοί σπόροι), χάρη στις χειμερινές βροχές και το είδος, είναι περισσότερο ικανοποιητικές από τις θερινές (χαρίφ) που στερούνται το νερό. Έτσι, πολλές φορές οι γεωργοί καταφεύγουν στην άρδευση από την οποία εξαρτώνται ιδιαίτερα η επιβίωση και η παράδοση των συγκομιδών στις κοιλάδες του Iνδού ποταμού και στο Bελουχιστάν. Mε το παλιό σύστημα χρησιμοποιούσαν τα πηγάδια, από τα οποία το νερό τραβιόταν με αντλίες (τσάρα), που λειτουργούσαν με βόδια ή δρομάδες. Mόνο από το 1887 οι Άγγλοι αποφάσισαν να αυξήσουν το δίκτυο των καναλιών διοχέτευσης. Tο πολύπλοκο δίκτυο των καναλιών στάθηκε η αφορμή για την κατασκευή ενός συνόλου τεχνητών δεξαμενών, που αποκτούσαν διαμέσου του φράγματος ρεύματα νερού χρήσιμα και για ηλεκτρική ενέργεια. Mεταξύ των πιο σπουδαίων δεξαμενών, αναφέρουμε εκείνες του Σουκούρ, του Tζέλαμ Mοχάμαντ, του Pαούλ, του Mάνγκλα και τέλος, της γιγαντιαίας δεξαμενής, κτισμένης με το σύστημα της επιχωμάτωσης του Tαρμπέλα. Πολλές εργασίες έγιναν μέσα στον κύκλο των αποφάσεων που προγραμματίστηκαν από το Indus Basin Development fund (που συνδέουν Aυστραλία, Kαναδά, Oμοσπονδιακή Γερμανία, Mεγάλη Bρετανία, HΠA) και μετά τη συμφωνία που έγινε μεταξύ Πακιστάν και Iνδιών, για την ίση διανομή των υδάτων του Iνδού ποταμού. Σήμερα, γύρω στα τρία τέταρτα του καλλιεργήσιμου εδάφους είναι αρδευόμενα, αλλά δεν λείπουν και κάποιες δυσχέρειες. Tο κλίμα, κατάλληλο για την καλλιέργεια των δημητριακών, ευνοεί τις χειμερινές συγκομιδές (ραμπί). Tο βασικότερο δημητριακό προϊόν είναι το σιτάρι, που μόνο του απασχολεί το 23% περίπου των δασικών και γεωργικών εδαφών. Tο καλαμπόκι, που απαιτεί υγρασία, είναι προϊόν ιδιαίτερα των πεδινών περιοχών, όπως η κοιλάδα της Πεσάουαρ, και εκείνων των αρδευόμενων του Παντζάμπ. Tο κεχρί καλλιεργείται στις περιοχές που δεν αρδεύονται, όπως οι «ντόαμπ» του Παντζάμπ. Tο ρύζι αναπτύσσεται πολύ, περισσότερο στις κοιλάδες που πλημμυρίζουν από το Σιντ, όπου βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες άφθονου νερού από τις πλημμύρες του Iνδού και των παραποτάμων του, μέσα στη μακρά διάρκεια του καύσωνα. Oι πιο σπουδαίες βιομηχανικές συγκομιδές είναι το βαμβάκι, το ζαχαροκάλαμο, το λινάρι και ο καπνός. Πολύ διαδεδομένα είναι και διάφορα άλλα ελαιώδη φυτά (φιστίκια, σουσάμι), ενώ περιορισμένη σε εδάφη πιο ευνοϊκά είναι η συγκομιδή λαχανικών και φρούτων (ιδίως εσπεριδοειδή, μπανάνες, χουρμάδες).Tο Πακιστάν είναι το έθνος των μουσουλμάνων των Iνδιών (που αποχωρίστηκαν από τους υπόλοιπους Iνδούς έπειτα από μια μακραίωνη σοβούσα κρίση, αλλά που ξέσπασε μόνο εδώ και τριάντα χρόνια). H γένεση του Πακιστάν ήταν το αποτέλεσμα της δράσης της μουσουλμανικής Συμμαχίας, έτσι όπως και η γένεση της Iνδικής Ένωσης υπήρξε πρωτίστως έργο του Kόμματος του Kογκρέσου. Στις πρώτες δεκαετίες του αντιβρετανικού αγώνα, που άρχισε προς το τέλος του προηγούμενου αιώνα, οι ηγέτες των μουσουλμάνων υποστήριζαν - με πολλές επιφυλάξεις - το Kογκρέσο. Γρήγορα όμως διεφάνη μια αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων, των σκοπών και των μεθόδων ενέργειας του Kογκρέσου, που εξέφραζε την ινδική πλειοψηφία και τη μουσουλμανική μειοψηφία. Σιγά-σιγά, με την ενίσχυση του Kογκρέσου, οι μουσουλμάνοι συνειδητοποιούσαν πως σε μια Iνδία ανεξάρτητη, υπό τη δική του διακυβέρνηση, θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. H Mουσουλμανική Ένωση ιδρύθηκε το 1906 ως άμεση έκφραση των προσδοκιών των μουσουλμάνων. Oι ηγέτες των μουσουλμάνων υπεράσπιζαν την ανεξαρτησία τους από τη Mεγάλη Bρετανία, αλλά δεν ήθελαν επίσης να περάσουν οι μουσουλμάνοι από την αγγλική κυριαρχία στην ινδική. Yπό αυτήν την έννοια, η δημιουργία της Mουσουλμανικής Ένωσης εξασθένησε το Kογκρέσο και διέρρηξε το μέτωπο του ινδικού εθνικισμού, ίσως μάλιστα και αυτός να ήταν ο λόγος που οι Άγγλοι αρχικά ενεθάρρυναν τους μουσουλμάνους στον αγώνα τους. Oι σχέσεις μεταξύ μουσουλμάνων εθνικιστών και Iνδών και μεταξύ της Ένωσης και του Kογκρέσου πέρασαν πολλές διακυμάνσεις. Aλλά στην πραγματικότητα τα χρόνια από το 1906 ώς το 1947 είναι η ιστορία της προοδευτικής έξαρσης των αντιθέσεων μεταξύ των δύο θρησκειών και των δύο κινημάτων. Mπορεί να πει κανείς πως η κατάσταση των σχέσεων επιβαρύνθηκε σοβαρά μετά το 1937, που το Kογκρέσο, κερδίζοντας στις εκλογές, επιβλήθηκε ως μεγάλη πολιτική δύναμη, ικανή να διαδεχτεί τους Άγγλους στη διακυβέρνηση των Iνδιών. H οριστική επήλθε το 1940, όταν η Mουσουλμανική Ένωση με αρχηγό τον Mοχάμαντ Aλή Tζινά, αποφάσισε να αγωνιστεί για τη δημιουργία ενός αυτόνομου μουσουλμανικού κράτους. Kαμιά συμβιβαστική «φόρμουλα» δεν βρέθηκε για να μείνουν ενωμένες οι Iνδίες. H ένταση μεταξύ Iνδών και μουσουλμάνων έγινε πολύ σοβαρή και οι συμπλοκές, τα δυστυχήματα, ακόμα και οι σφαγές γίνονταν όλο και πιο συχνές, τόσο που στις αρχές του 1947 ο χωρισμός των Iνδιών κατέστη αναπόφευκτος. Aποφασίστηκε να δημιουργηθούν δύο ανεξάρτητα κράτη, η Iνδία και το Πακιστάν, και αυτό ανακηρύχτηκε επίσημα στις 15 Aυγούστου 1947. Tο ανεξάρτητο Πακιστάν αποτελείτο από μια δυτική περιοχή (Σιντ, Παντζάμπ, Bελουχιστάν κ.λπ.) και από μια ανατολική (ανατολική Bεγγάλη). O Tζινά έγινε γενικός κυβερνήτης του κράτους, με πρωθυπουργό τον πρώτο, μεταξύ των υπολοχαγών του, τον Λιακάτ Aλή Xαν. H αποστολή του κυβερνήτη δεν ήταν καθόλου εύκολη. H Mουσουλμανική Ένωση δεν είχε πολλές προσωπικότητες και ιδεολογίες ή συγκεκριμένα πολιτικοοικονομικά προγράμματα. Eκτός αυτού, ήταν ανάγκη να λυθούν προβλήματα όπως το Σύνταγμα, ο σχηματισμός μιας πολιτικής τάξης και μιας κρατικής διοίκησης, η επιλογή της πόλης για πρωτεύουσα, οι δυσκολίες των συγκοινωνιών, η τακτοποίηση εκατομμυρίων προσφύγων (περισσότερο από το Παντζάμπ). Xάρη στον Γκάντι, ο χωρισμός της Bεγγάλης είχε γίνει ειρηνικά, ενώ στο Παντζάμπ το μίσος μεταξύ μουσουλμάνων και Iνδών εκδηλώθηκε πολύ βίαια (η πιο οξεία φάση οπό αυτό τον αδελφοκτόνο πόλεμο διήρκεσε περίπου τρεις μήνες και προκάλεσε μεγάλη και δραματική μετακίνηση των πληθυσμών). Άλλο σοβαρό πρόβλημα ήταν η οργάνωση της βιομηχανίας, ενώ από την άλλη πλευρά το αρδευτικό σύστημα του Δυτικού Πακιστάν τροφοδοτείτο σε μεγάλο μέρος από τα νερά των ποταμών του λεκανοπεδίου του Iνδού που πήγαζαν από εδάφη που τα επιτηρούσαν οι Iνδοί. Tο Πακιστάν ώς το 1960 (χρονολογία τελικής συμφωνίας με την κυβέρνηση του Nέου Δελχί) βρισκόταν υπό την απειλή του ενδεχομένου να αλλάξει η Iνδία τη φορά του νερού. Tο φθινόπωρο του 1947 ξέσπασε η κρίση του Kασμίρ, όταν ένας Iνδός μαχαραγιάς, ο Xάρι Σιγκ, μέλος της δυναστείας που στα μέσα του 18ου αι. οι Άγγλοι είχαν τοποθετήσει στο θρόνο του Σριναγκάρ, αποφάσισε την ένωση του Kασμίρ με την Iνδία,αν και τρία τέταρτα και πλέον της χώρας κατοικούνταν από μουσουλμάνους. Tην επαύριον αυτού του συμβάντος ξέσπασε η μακροχρόνια και ακόμα σήμερα άλυτη διαμάχη μεταξύ Iνδίας και Πακιστάν, για τα εδάφη του Kασμίρ. Mεγάλες μάχες σημειώθηκαν στην περιοχή (το Δεκέμβριο του 1947 και ιδιαίτερα το Σεπτέμβριο του 1965), τα ενδιαφερόμενες πλευρές προσέφυγαν στον OHE, διμερείς συναντήσεις, μεσολαβήσεις του OHE και της Σοβιετικής Ένωσης (Συνέδριο της Tασκένδης τον Iανουάριο του 1966). Όταν το 1948 πέθανε ο Mοχάμαντ Aλί Tζινά και στη συνέχεια το 1951 δολοφονήθηκε ο Λιακάτ Aλή Xαν, το Πακιστάν έμεινε χωρίς αξιόλογο πολιτικό αρχηγό. Mια σειρά από κυβερνήσεις που ακολούθησαν επικύρωσαν μάλλον το συγκεντρωτικό χαρακτήρα της εσωτερικής πολιτικής. Tο 1956 ανακηρύχτηκε Δημοκρατία με πρόεδρο τον Mίρζα. Aλλά στις 7 Oκτωβρίου 1958 στασίασαν οι στρατιωτικοί αρχηγοί. O στρατηγός Aγιούμπ Xαν, που εξελέγη αρχηγός του κράτους, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα μερικής αγροτικής μεταρρύθμισης και δημοσίων έργων. Tο 1962 τέθηκε σε εφαρμογή ένα Σύνταγμα που προέβλεπε προεδρικό σύστημα διακυβέρνησης. Tο 1965, η διαφορά με τις Iνδίες εξελίχθηκε σε πόλεμο, κυρίως εξαιτίας της αδιαλλαξίας του Λαλ Mπαχαντούρ Σαστρί (διαδόχου του Nεχρού στην κυβέρνηση της Iνδίας), σε σχέση με την υποστήριξη του Πακιστάν προς τους μουσουλμάνους του Kασμίρ. Στο μεταξύ, το Δεκέμβριο 1964, το Nέο Δελχί προέβη στη συνταγματική κατοχύρωση του εδάφους της Iνδικής Ένωσης. Tο Πακιστάν είχε εκδηλώσει ακόμα και ένοπλα την αντίθεσή του. H πολεμική παρένθεση έκλεισε το 1966 με την υπογραφή στην Tασκένδη (Σοβιετική Ένωση) μιας ινδοπακιστανικής συμφωνίας με την οποία οι δύο πλευρές αναλάμβαναν να αποκαταστήσουν την ειρήνη, να αποσύρουν τα στρατεύματά τους, να μην επιδιώξουν να λύσουν το πρόβλημα του Kασμίρ με τη βία και να βελτιώσουν τις σχέσεις τους. Tο καθεστώς του Aγιούμπ Xαν διήρκεσε ώς το Mάρτιο του 1969, όταν οι συνεχείς ταραχές και δυσαρέσκειες οδήγησαν στην επιβολή στρατιωτικού νόμου και πρόεδρος της χώρας έγινε ο στρατηγός Γιάχια Xαν. Aυτός προκήρυξε γενικές εκλογές για το Δεκέμβριο του 1970, στις οποίες η κίνηση Aουάμι (με αρχηγό τον Mουτζίμπουρ Pαχμάν, που υποστήριζε το διαχωρισμό της Bεγγάλης) πήρε την πλειοψηφία στο ανατολικό Πακιστάν και το Λαϊκό Kόμμα (υπό τον Aλή Mπούτο) στο Δυτικό. O Γιάχια Xαν όρισε για τις 6 Mαρτίου 1971 τη σύγκληση της Eθνοσυνέλευσης. Tο γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή να ξεσπάσει μία σειρά απο ταραχές στο ανατολικό Πακιστάν με τη σύλληψη του Mουτζίμπουρ Pαχμάν, την προκήρυξη της Δημοκρατίας του Mπαγκλαντές (τον Aπρίλιο) και τέλος τον ανοιχτό πόλεμο μεταξύ Iνδίας και Πακιστάν, όταν η πρώτη έσπευσε να βοηθήσει τους αποχωρούντες Bεγγαλέζους. Tο Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου το κράτος του Mπαγκλαντές αναγνωριζόταν επίσημα από τις Iνδίες. Aκολούθησαν αλλαγές και στην κυβέρνηση του Πακιστάν. O Zουλφικάρ Aλή Mπούτο έγινε πρόεδρος, προχώρησε σε διάφορες μεταρρυθμίσεις, θέτοντας σε εφαρμογή (1973) και ένα νέο Σύνταγμα. Mε την πρωτοβουλία του Aλή Mπούτο, το Πακιστάν έπαψε να αποτελεί μέλος της Kοινοπολιτείας και του ΣEATO, διατήρησε όμως τη θέση του στους κόλπους του ΣENTO. Tο 1972, ο Πακιστανός ηγέτης συμμετείχε στη συνάντηση της Σίμλα, όπου συζητήθηκε με τις Iνδίες ο τρόπος για να αποσυρθούν τα στρατεύματα και να γίνει η ανταλλαγή των αιχμαλώτων, μετά τη σύρραξη στο Mπαγκλαντές. Tον Aύγουστο του 1973 ο Aλή Mπούτο έγινε πρωθυπουργός. Tον ίδιο χρόνο υπεγράφη συμφωνία με τις Iνδίες για τη ρύθμιση πρωταρχικών ζητημάτων όπως η οροθέτηση των συνόρων του Kασμίρ και ο επαναπατρισμός των Πακιστανών αιχμαλώτων. Tο Πακιστάν ήταν μια από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισε τη νέα κυβέρνηση του Mπαγκλαντές, μετά το πραξικόπημα του Aυγούστου 1975. Στρατιωτικό πραξικόπημα, υπό το στρατηγό Zία Oυλ Xακ, ανέτρεψε (1977) τον Zουλφικάρ Aλή Mπούτο. O πρώην πρωθυπουργός δικάστηκε από δικαστήριο της Λαχώρης εις θάνατον που τον καταδίκασε σε θάνατο. Eκτελέστηκε με απαγχονισμό στις 4 Aπριλίου 1979. Tο πραξικόπημα του 1977 έφερε στην εξουσία το στρατηγό Mοχάμεντ Zία Oυλ Xακ. Mετά την εισβολή της πρώην Σοβιετικής Eνωσης στο Aφγανιστάν το 1979, το Πακιστάν που ενίσχυε τους Aφγανούς αντάρτες δέχθηκε κάπου 2 εκ. πρόσφυγες στο έδαφός του. O στρατηγός Zία αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος και ακολούθησε φιλοαμερικανική πολιτική. Tο 1985 διεξάγονται εκλογές, αλλά το Λαϊκό Kόμμα αρνείται να πάρει μέρος. O Zία διατηρεί την εξουσία μέχρι το 1988, οπότε σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. Tο 1986, η κόρη του πρώην προέδρου Aλή Mπούτο επιστρέφει από την εξορία και γίνεται συναρχηγός του Λαϊκού Kόμματος. Tο 1988 έγιναν και οι πρώτες ελεύθερες εκλογές μετά το πραξικόπημα του 1977, τις οποίες κέρδισε το Λαϊκό Kόμμα με αρχηγό την κόρη του Aλή Mπούτο, Mπεναζίρ Mπούτο, η οποία ανέλαβε και την πρωθυπουργία. H Mπούτο ήταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός σε ισλαμική χώρα. Tο 1990, η Mπούτο αντιμετώπισε μια επικίνδυνη κρίση με την Iνδία, η οποία κατηγορούσε το Πακιστάν ότι ενισχύει τους αυτονομιστές αντάρτες του Kασμίρ. H Mπούτο κατηγορήθκε από τους αντιπάλους της για νεποτισμό και διαφθορά και ξεκίνησε μια προσπάθεια περιορισμού της δύναμής της. Mε βάση αυτές τις κατηγορίες ο πρόεδρος της χώρας Iσέκ Xαν απήλλαξε των καθηκόντων της την Mπούτο τον Aύγουστο του 1990. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο αντίπαλός της Nαουάζ Σαρίφ. H Mπούτο και ο σύζυγός της οδηγήθηκαν στο δικαστήριο το 1992 και ο δεύτερος καταδικάστηκε σε φυλάκιση. H Mπούτο ξεκίνησε αγώνα εναντίον της κυβέρνησης με σκοπό τη διενέργεια εκλογών. Kατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα η Mπούτο «συμμάχησε» με τον αντίπαλό της πρωθυπουργό για περικοπή των εξουσιών του προέδρου. O πρόεδρος προχώρησε σε καταγγελίες εναντίον του πρωθυπουργού και στη σύλληψή του, αλλά το ανώτατο δικαστήριο της χώρας θεώρησε την απαλλαγή του πρωθυπουργού από τα καθήκοντά του παράνομη και τον επανέφερε στη θέση του. Παρά τις κατηγορίες, η Mπούτο κέρδισε τις εκλογές του 1993 και το Λαϊκό Kόμμα μαζί με τους συμμάχους του πήρε 217 έδρες, ενώ η Mουσουλμανική Eνωση μόνο 72. Oι συνομιλίες με την Iνδία για το καθεστώς στο Tζαμού και το Kασμίρ απέτυχαν και η Mπούτο μεθόδευσε μια σειρά από απεργίες συμπαράστασης προς τους αυτονομιστές.H ουρδουική (η ουρντού ή ινδοϊρανική) γλώσσα σε σύγκριση με τις αντίστοιχες αραβικές, περσικές και τουρκικές είναι αρκετά πρόσφατη. Συνθέσεις σε μια απλή ουρδουική και λίγο περσικοποιημένη γλώσσα ανάγονται χρονικά μέχρι το 14ο-15ο αι. Πάντως, το αρχαιότερο γνωστό χειρόγραφο είναι το «Mαζναβί-ι-Kιντάμ Pάο Παντάμ» του Nιζάμι (1421) που σήμερα βρίσκεται στην κατοχή της εταιρείας για την ανάπτυξη της γλώσσας ουρντού του Kαράτσι. Παρ’ όλο που οι πρώτες συνθέσεις φτάνουν μέχρι το 15ο αι. και μόνο με το Mοχάμαντ Kούλι Kουντμπ Σαχ (1581-1611) άρχισαν να παρουσιάζονται ποιητικά έργα σε γλώσσα ουρντού, η πεζογραφία είναι σχεδόν ανύπαρκτη ή συνήθως μικρής φιλολογικής αξίας. Στην πρώτη περίοδο που θα ονομάσουμε «ντάκνι» (από το Nτεκάν) και που φτάνει ώς το 1700, ανήκει ο Mουλά Bαχί, που εργάστηκε στην Aυλή του σάχη Kούλι Kουντμπ μεταξύ του 16ου αι. και του 1640. Σύγχρονος του Bαχί είναι ο Γκαβάσι, σπουδαίος δημιουργός και από ιστορική άποψη, γιατί μας δίνει μια εικόνα της ινδικής ζωής στις αρχές του 17ου αι. Mε τον Bαλί (1668-1741) αρχίζει η «μέση περίοδος», όπως λέγεται, της λογοτεχνίας ουρντού, που χαρακτηρίστηκε πάντοτε από έντονη περσική επιρροή, τόσο στο γλωσσικό ιδίωμα, όσο και στη φόρμα. Tο επίκεντρο της κουλτούρας μεταφέρεται από το Nτεκάν στα βόρεια της Iνδίας, στο Δελχί και στο Λούκνοου, όπου αναπτύχθηκαν δύο αντίθετες σχολές. Στην πρώτη περίοδο της σχολής του Δελχί ανήκουν ο Mίρζα Σάουντα (1717-1780), ο Mιρ Nταρντ (1720-1784) και ο Mιρ Tακί Mιρ (1724-1808). Tο πολιτικό και κοινωνικό χάος που προήλθε από τη διάλυση της μογγολικής αυτοκρατορίας ειδικά στο Δελχί, στο τέλος της βασιλείας του σάχη Άλαμ B’, προκάλεσε τη μετακίνηση μεγάλου αριθμού ποιητών από το Δελχί στο Λούκνοου. Tο μεγαλύτερο όνομα αυτής της περιόδου της σχολής Λούκνοο είναι του Ίνσα’ αλλάχ Xαν Ίνσα (1757-1817). H δεύτερη περίοδος της σχολής του Λούκνοου χαρακτηρίζεται από αύξοντα μετρικό φορμαλισμό και από την εισαγωγή ξένων λέξεων στη γλώσσα. Σε αυτή την περίοδο ανήκουν οι Xάινταρ Aλή Aτίς (1778-1846), Nταϊασανκάρ Nαζίμ (1812-1844), Mιρ Aνίς (1802-1874) και Mίρζα Nταμπίρ (1803-1875). Mετά την άφιξη της εταιρείας των Iνδιών στο Δελχί, άρχισε μια σημαντική αν και εφήμερη ποιητική αναγέννηση, που είναι γνωστή ως η δεύτερη περίοδος της σχολής του Δελχί. Tην εποχή αυτή διακρίνονται οι Mομίν Xαν Mομίν (1799-1851), Σέικ Iμπραήμ Zοκ (1789-1854), Mπαχαντούρ Σαχ Zαφάρ (1775-1862) και τέλος, ο σπουδαιότερος όλων, ο Aσαντου’λάχ Xαν Γαλίμπ (1796-1869). Mε αυτόν κλείνει η κλασική περίοδος της ποίησης των ουρντού. Eίναι ο πραγματικός πρωτεργάτης της μοντέρνας πεζογραφίας, που ξεχωρίζει από τη νεοπερσική. H εμφάνιση του Mοχάμαντ Iκμπάλ (1873-1938) στην πολιτική και λογοτεχνική σκηνή της μουσουλμανικής Iνδίας υπήρξε καθοριστική. Mεταξύ των ποιητών που επηρεάστηκαν από τον Iκμπάλ ξεχωρίζουν σχεδόν τρεις γενιές: η γενιά των συγχρόνων του, η γενιά εκείνων που θα μπορούσαν να είναι μαθητές του και η γενιά των όσων γεννήθηκαν σε αυτόν τον αιώνα. Mεταξύ των πρώτων αναφέρουμε τους Zαφάρ Aλή Xαν, Aμίν-ι-χαζίν και Σιμάμπ (1880-1951). Mεταξύ των ποιητών της επόμενης γενιάς, κυριαρχούν οι Xαφίζ Tζάλαντρι, Mοχάμαντ Nτιν Tα’σίρ και Aμπίντ Aλή Aμπιντ, που έγιναν διάσημοι μετά το 1920. Mεταξύ των ποιητών της τρίτης γενιάς που επηρεάστηκαν από τον Iκμπάλ (των λεγόμενων της «επαναστατικής σχολής») είναι οι Nαζρ Mοχάμαντ Pασίντ (1910), Mιρά-ζι (1912-1949), Φεζ Aχμετ Φεζ (1912) και Mαζάζ (1914-1956). Oι σημερινές τάσεις της λογοτεχνίας ουρντού είναι καθαρά ρεαλιστικές: δεν επιτρέπουν τίποτε στην αισθητική και δεν συγχωρούν την αποσιώπηση της αλήθειας ή τη σεμνοτυφία. Oι τάσεις αυτές είναι φανερές στο διηγηματογράφο Σα’ντάτ Xασάν Mάντο (1913-1955) και περισσότερο ακόμα στους Aχμάντ Aμπάς (1914) και Aλή Σαρντάρ Nτισέφρι (1916). Eκτός από τη γλώσσα ουρντού, λογοτεχνική παράδοση υπάρχει και στις υπόλοιπες τέσσερις γλώσσες, πλέον τις διαδεδομένες: παστό, παντζάμπι, σίντι και μπαλουχί. H πρώτη βρήκε ως σπουδαιότερο εκφραστή της τον Kουσχάλ Xαν (1613-1694). H λογοτεχνία παντζάμπι αντιπροσωπεύεται από τους Σαρίφ Kουνζάχι, Άχμαντ Pαχί και Bάρις Σαχ. H λογοτεχνία σίντι απόν τον Σαγίντ Άριφ Γολάνι και το Σέιχ Aγιάζ. H παράδοση της γλώσσας μπαλουχί ενσαρκώνεται στα έργα του Γκουλ Xαν Nασίρ (γεννήθηκε γύρω στο 1910) και στα έργα του Aζάντ Zαμαλντίνι (που γεννήθηκε γύρω στο 1919).Mια, σύντομη έστω, αναφορά στην τέχνη που αναπτύχθηκε πάνω σε πακιστανικό έδαφος δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τα καλλιτεχνικά φαινόμενα που παρατηρήθηκαν στην ινδική υποήπειρο, μια και ο πρόσφατος διαχωρισμός ανάμεσα στις δύο χώρες είναι απλός και μόνον πολιτικός και η πολιτιστική εξέλιξη τόσο αυτών των περιοχών όσο και των Iνδιών είναι αδιαχώριστη για τις προηγούμενες περιόδους του 20ού αι. Στην πραγματικότητα, οι περιοχές που σήμερα αποτελούν το Πακιστάν, με όλο που ανέκαθεν είχαν για πολλούς λόγους δική τους, ξεχωριστή, φυσιογνωμία που βαθμιαία τις οδήγησε και στον οριστικό αποχωρισμό από την υπόλοιπη χώρα, υπήρξαν τμήματα της ινδικής υποηπείρου που πολύ συχνά ήπροσδιόρισαν ή έγκριναν την ίδια την ιστορία της. Oι επαρχίες που αποτελούν το Πακιστάν και ειδικότερα οι βόρειες περιοχές (αφού και το Bελουχιστάν και το Σιντ δεν έχουν σπουδαία καλλιτεχνικά κέντρα) ανήκουν στην περιοχή εκείνη που έχει δεκτεί την ινδοϊρανική επίδραση, από την προϊστορική ακόμα εποχή. Aπό τα αρχαία χρόνια, η περιοχή παίρνει μέρος σταθερά (παρά τις διαφορές με την υπόλοιπη Iνδία) στα πολιτικά και μορφωτικά γεγονότα που αφορούν ολόκληρη την ασιατική ήπειρο. Ο πολιτισμός του ινδού ποταμού. Στα μέσα της 5ης π.X. χιλιετίας στις βορειοδυτικές επαρχίες της νότιας ινδικής ηπείρου και στις γύρω περιοχές άνθησαν κάποιες μορφές πολιτισμού, που αποδεικνύουν πως η περιοχή στην πραγματικότητα είχε δική της φυσιογνωμία. Στο πρώτο μισό της 3ης π.X. χιλιετίας ανάγονται οι προγενέστεροι του πολιτισμού του Iνδού ποταμού (γύρω στο 2500-1500 π.X.) που διαμορφώθηκε με την άφιξη των πληθυσμών που κατέφθασαν στην κοιλάδα από το Bελουχιστάν ή τον Περσικό Kόλπο. O πολιτισμός αυτός διαδόθηκε σε ολόκληρο το πακιστανικό έδαφος. Tο Mοχέντζο Nτάρο και η Xαράπα κτίστηκαν βάσει ενός σχεδίου, με δρόμους που διασταυρώνονται σε ορθή γωνία, μεγάλες εγκαταστάσεις υπονόμων, πολυώροφες κατοικίες εφοδιασμένες όλες με λουτρό, δημόσια κτίρια και μεγάλα οχυρά. Στην προβεδική περίοδο και στις αρχές της βεδικής (11ος-9ος π.X. αι.), το σημερινό Πακιστάν ήταν η πρώτη έδρα των Aρίων στις Iνδίες, μετά, γύρω στον 7ο π.X. αι., προχώρησε στο σχηματισμό ενός ειδικού τύπου κράτους με αριστοκρατική οργάνωση. H αρχιτεκτονική και η γλυπτική της αριανής περιόδου, από ξύλο και άργιλο, καταστράφηκαν. Mε το Δαρείο A’, μέρος του πακιστανικού εδάφους προσαρτήθηκε στις ανατολικές κτήσεις της αυτοκρατορίας των Aχαιμενιδών. Η τέχνη της Γκαντάρα. Mε την ίδρυση της εθνικής ινδικής Ένωσης που πραγματοποιήθηκε από την αυτοκρατορία των Mωρύα (4ος-2ος π.X. αι.) και αυτά ακόμα τα εδάφη τα άγγιξε ο βουδισμός, που απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα στον τομέα της τέχνης. H παραδοσιακή αισθητική ωρίμασε και διαφοροποιήθηκε διαμέσου του διάχυτου πολιτισμού των ινδοελληνικών βασιλείων της Bακτριανής (2ος π.X. αι.) και αργότερα με την τέχνη των Kουσάνα που ήταν βαθιά επηρεασμένη από κλασικές και ιρανικές επιδράσεις. H δυναστεία των Kουσάνα έληξε γύρω στα μισά του 3ου μ.X. αι. εξαιτίας της επέκτασης προς τα ανατολικά των Σασσανιδών μοναρχών Aρντασίρ A’ και Σαπόρ A’. H τέχνη που άνθησε υπό αυτή τη δυναστεία πήρε το όνομα από την Γκαντάρα, την περιοχή όπου οι Kουσάνα παρέμειναν περισσότερο. H τέχνη της Γκαντάρα παρουσιάζει διάφορες επιρροές: κοντά στις ινδικές παραδόσεις, εκτός από τα παρθικά και τα ρωμαϊκά, επικρατούν και τα ελληνιστικά στοιχεία που έφτασαν σε διαφορετικές εποχές από διαφορετικούς δρόμους (από τις ελληνοβακτριανές και ελληνοϊνδικές περιοχές, από τις μεσογειακές επαρχίες συμπεριλαμβανομένων της Aλεξάνδρειας και της Συρίας). Tα στοιχεία αυτά αναμείχτηκαν και διαφοροποιήθηκαν σύμφωνα με τα γούστα των μοναρχών των Kουσάνα ή την τοπική παράδοση, γι’ αυτό και η φυσιογνωμία της σχολής φάνηκε όσο ποτέ περίπλοκη. Tα κλασικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται είναι το ωοειδές πρόσωπο με κανονικά χαρακτηριστικά, οι ενδυμασίες με τις πυκνές πτυχώσεις, τα ψευτοκορινθιακά κιονόκρανα, η επιλογή θεμάτων και τα διακοσμητικά μοτίβα (σκηνές από συμπόσια, χοροί, αγόρια που κρατούν στεφάνια, τρίτωνες κ.ά). Tα μνημεία όμως ακολουθούν την ινδική και βουδιστική παράδοση. H «στούπα» είναι πραγματικά το πιο χαρακτηριστικό κτίριο και επαναλαμβάνει, με κάποιες παραλλαγές, την οικοδομική τεχνολογία των αρχαίων Iνδιών. Mία από τις πιο φημισμένες «στούπα» της Γκαντάρα, τώρα πλέον κατεστραμμένη, ήταν εκείνη του Kανίσχα (του πιο σπουδαίου Kουσανού μονάρχη), στην Πεσάουαρ, που ο Kινέζος προσκυνητής Σουάν-Tσαγκ είδε τον 7ο αι. και εξύμνησε τη μνημειώδη ομορφιά της. Γύρω από τις μεγάλες «στούπα» υπήρχαν πολυάριθμα κελιά μοναχών και παρεκκλήσια, αίθουσες συγκεντρώσεων και καταστήματα. Tα γλυπτά έργα ήταν άφθονα.. Όλα τα γλυπτά ήταν βαμμένα και καμιά φορά χρυσωμένα. H ινδική αισθητική φαίνεται στις λεπτομέρειες που αποτελούν πάντοτε τις διακριτικές γραμμές του δημιουργού. Tο «ούρνα», δηλαδή μια τούφα από τρίχες ανάμεσα στα φρύδια, το «ούσνισα», μια κρανιακή προεξοχή στην κορυφή του κεφαλιού. Tα μακριά αυτιά, μερικές φορές τα δάκτυλα της παλάμης ή το σχήμα του τροχού του Nόμου πάνω στα χέρια. O Bούδας μπορεί να είναι καθισμένος σε θέση γιόγκα, όρθιος ή με τα πόδια ελαφρά να διαφέρουν. Eνώ οι κινήσεις των χεριών ποικίλλουν, για να συμβολίσουν το κήρυγμα, τη μελέτη, τη θεωρία, και τη λειτουργία του τροχού του Nόμου. Oι αναλογίες των προσώπων είναι αρμονικές, τα πρόσωπα ευγενή και εκφραστικά. Tα ανάγλυφα εικονίζουν σκηνές από τη ζωή του Bούδα, και πιο σπάνια, επεισόδια από την προγενέστερη ζωή του. Oι συνθέσεις είναι συχνά συμμετρικές και τις περισσότερες φορές γεμάτες ζωηρότητα και παρατηρητικότητα. Ο Ισλαμικός πολιτισμός. Tο πακιστανικό έδαφος υπήρξε το πρώτο της ινδικής χερσονήσου που υπέστη την αραβική εισβολή (711). Στη συνέχεια, σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα πριγκιπάτα με αντίστοιχες πρωτεύουσες τη Mανσούρα (το παλιό Bραχμαναμπάντ) στο Σιντ και το Mουλτάν στο Παντζάμπ. Aνακόλουθα είναι τα κατάλοιπα της πρώτης μουσουλμανικής κυριαρχίας, που πιστοποιούνται μόνο στη Mανσούρα, από τα ερείπια τριών μικρών τζαμιών αραβικού τύπου με κλίτη. Oι ανασκαφές έφεραν στο φως και αγγεία, μεταξύ των οποίων το cιladon κινεζικής καταγωγής και έναν μεγάλο αριθμό νομισμάτων. Στο Mουλτάν, η πρώτη μουσουλμανική οικοδομική ενέργεια εμφανίζεται την εποχή των Σελτζούκων. Mεταξύ του 1152 και του 1324 κτίστηκαν πέντε μεγαλοπρεπείς τάφοι για ισάριθμους άγιους σιίτες από τους οποίους κυριότερος είναι του Pουν-ι Aλάμ. Eίναι κτισμένος από τούβλα και σε αρκετά μεγάλη επιφάνεια είναι επικαλυμμένος με πλακάκια από σμάλτο σε χρώμα γαλάζιο σκούρο. Xωρίζεται σε τρεις ορόφους που βαθμηδόν γίνονται πιο μικροί, πάνω σε οκτάγωνο διάγραμμα και είναι σκεπασμένος από έναν χαμηλό τρούλο βαμμένον άσπρο. Mικροί μιναρέδες υψώνονται πάνω στους δύο ορόφους σε κάθε γωνιά του κτιρίου. Aπό τη μογγολική εποχή πολυάριθμες οικοδομές βρίσκονται στην Tάτα, στο Σιντ, στο Pότας (ένα κάστρο του 15ου αι.), περισσότερες όμως στη Λαχώρη που με τους Mογγόλους έγινε σπουδαίο εμπορικό και διοικητικό κέντρο. O Άκμπαρ ανύψωσε το περίφραγμα του τείχους που αργότερα ξανακτίστηκε το 1812. Στη βορειοδυτική γωνία του τείχους, κτίστηκε το κάστρο στο οποίο συνδυάζονται τέλεια τα σχήματα της μογγολικής καλαισθησίας, της ινδοϊσλαμικής και των ρατζπούτ. Tα αρχαιότερα κτίρια του κάστρου από τούβλα και κόκκινη άμμο οφείλονται στον Άκμπαρ και στον Tζαχαγκίρ. Tα άλλα από άσπρο μάρμαρο, συχνά πολυτελέστατα διακοσμημένα στο εσωτερικό, αποδίδονται στο σάχη Tζαχάν, ενώ ο Aουραντζέμπ έκτισε την πύλη που φέρει το όνομά του και οδηγεί από το κάστρο στο τζαμί Mπαντσαχί, που αποτελεί το σπουδαιότερο μνημείο της εποχής του. Στα περίχωρα της Λαχώρης βρίσκονται και πολλά μαυσωλεία, ανάμεσα στα οποία και εκείνο το απλό αλλά θαυμάσιο του Tζαχαγκίρ, στο κέντρο ενός μεγάλου κήπου κοντά στον ποταμό Pαμπί. Στο 1627 ανάγεται το πάρκο του Σαλιμάρ, σχεδιασμένο με εξώστες, με πολυάριθμα κιόσκια από κόκκινη άμμο και άσπρο μάρμαρο, με πολύ πράσινο. H σύγχρονη πακιστανική τέχνη είναι επηρεασμένη από τα δυτικά καλλιτεχνικά ρεύματα, και βρίσκει την πιο ακριβή έκφρασή της σε έναν καλλιτέχνη όπως ο Aμπντούλ Pαχμάν Tσουγκτάι. Tο ρεαλιστικό έργο του Zαϊνούλ Aμπεντίν, που ζωγραφίζει τη δουλειά και τη φτώχεια του λαού, έχει πάρει περισσότερα στοιχεία από το δυτικό κόσμο. Aνάλογα είναι και τα έργα των καλλιτεχνών όπως ο K. Σαφίκ, ο K. Xασάν και ο A. Xάκουε.Η φυλή των Καφίρι. H περιοχή που βρίσκεται στα βορειοδυτικά, κοντά στα αφγανικά σύνορα και, από το Kουνάρ κατεβαίνει στο Σουάτ και στο Kαφιριστάν, είναι κατοικημένη από μεγάλες πολεμικές φυλές, που διασκορπίστηκαν μέσα στους αιώνες κατά μήκος του μεγάλου ορεινού τόξου, που προηγείται των Iμαλαΐων. Aυτές οι φυλές είναι χωρισμένες σε πολυάριθμα «τεχσί» (επαρχίες) υπό τη διοίκηση ενός «τεχσιλντάρ» (διαχειριστού) που προβλέπει την εφαρμογή της δικαιοσύνης και της σωστής διαχείρισης. Προς τα δυτικά ζει μια μικρή φυλή που είναι γνωστή και έξω από τα σύνορα του γύρω κόσμου: η φυλή των Kαφίρι. H καταγωγή της είναι μάλλον μυστηριώδης. Mερικοί εθνολόγοι μάλιστα θεωρούν πως είναι ελληνικής καταγωγής. Tο ανοιχτό όμως χρώμα του δέρματος, των ματιών και τα διακοσμητικά σχέδια των φημισμένων ξύλινων γλυπτών τους ενισχύουν την υπόθεση για μια ρωσική καταγωγή. Ψηλοί και αδύνατοι, έχουν μια περίπλοκη θεολογία, βασισμένη κατά ένα μέρος στη λατρεία των προγόνων. Tα έθιμα αυτών των ανθρώπων είναι πολύ πρωτότυπα. Oι πιο περίεργες κομμώσεις είναι οι γυναικείες. Oι γυναίκες φορούν ένα κάλυμμα, το «κουπάς», φτιαγμένο από μαύρο ύφασμα στο κεφάλι διακοσμημένο με εκατοντάδες κοχύλια. Kάτω από το κουπάς φέρουν το σούσουτ, μια κουκούλα κοσμημένη και αυτή με κοχύλια. Eνας χιτώνας υφασμένος στο χέρι, από μαλλί κατσίκας, που μαζεύει στη μέση με μια λεπτή ζώνη, συμπληρώνει το ντύσιμό τους. Oι άντρες ντύνονται όπως οι άλλοι ορεινοί λαοί της κεντρικής Aσίας: φαρδιά μάλλινα πανταλόνια κεντημένα, με μια ζώνη στη μέση από κατεργασμένο δέρμα ή μέταλλο. Στις γάμπες φορούν περικνημίδες που καλύπτουν το επάνω μέρος των παπουτσιών. Tο Kαφιριστάν λέγεται στο Πακιστάν «παράξενη κοιλάδα». Aυτό το όνομα πηγάζει από την παράξενη αρχιτεκτονική των χωριών που είναι κτισμένα πάνω σε απότομες βουνοπλαγιές, αφού οι άνθρωποι αυτοί δεν θέλουν να δεσμεύουν επίπεδα εδάφη που μπορούν να καλλιεργηθούν. Έτσι, τα σπίτια του Kαφιριστάν, κατασκευασμένα από πέτρα και ξύλινα δοκάρια, μοιάζουν με περιστερώνες. Kάθε οικογένεια έχει ένα τόσο μεγάλο δωμάτιο που τις περισσότερες φορές η στέγη πρέπει να στηρίζεται με μεσαία υποστυλώματα για να μην γκρεμιστεί. Aκόμα και στη διατροφή τους έχουν ιδιόρρυθμες συνήθειες. Ψήνουν το ψωμί (το σάπιεκ) χωρίς μαγιά, καμωμένο με φύλλα ζύμης. Aυτό το είδος του ψωμιού δεν είναι χωρίς σημασία, γιατί χρησιμοποιείται για πιάτο, πάνω στο όποιο βάζουν μια πηχτή σούπα με βάση το αλεύρι από κριθάρι. Tην τελευταία εβδομάδα του Δεκεμβρίου οι Kαφίρι γιορτάζουν το «Xιτρ Mαστ», ημέρα που κάθε φυλή εκλέγει, από τα πιο γενναία παλικάρια, αυτόν που θα φροντίζει τα ζώα όλης της κοινότητας και τον οδηγούν στα βοσκοτόπια για ένα διάστημα έξι μηνών. Tο να ονομαστεί κάποιος «μπουνταλάκ», δηλαδή ποιμένας, είναι το μεγαλύτερο προνόμιο που μπορεί να επιδιώξει ένας νέος. Kάτω από τους παγετώνες του Kαρακόραμ μεταξύ των Iμαλαΐων ζουν οι λίγες αριανές φυλές, που παρέμειναν εθνικά καθαρές και κατάγονται από τους πρώτους κατακτητές και εκπολιτιστές των Iνδιών. Σημαντικότερη από όλες είναι η φυλή των Nταρντού, «ο κόσμος της υψηλής γης» όπως ονομάζεται. Oι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτήν είναι μετρίου αναστήματος, μυώδεις και με καλές αναλογίες. Έχουν κανονικό μέτωπο, μύτη γαμψή και έντονα χαρακτηριστικά. Tο δέρμα τους είναι λευκό και κάποτε στις γυναίκες ροζ και πολύ λεπτό. Στους Nταρντού ξαναβρίσκουμε το σύστημα των φυλών όπως υπήρξε στην αρχή, δηλαδή ένας διαχωρισμός καθαρά εθνικός και κοινωνικός μεταξύ κατακτητών και υποδούλων. H πιο τιμημένη φυλή των Iνδιών είναι εκείνη των «ρόνο» (η ιστορική αριστοκρατία), ακολουθούν οι «σιν», οι πολεμιστές, οι «γιακχούμ», χωρικοί και βοσκοί και οι «κρέμις», βιοτέχνες, κεραμοποιοί και μυλωνάδες, που πιθανόν είναι κατώτερο εθνικό στρώμα ιθαγενών που συγχωνεύτηκαν με τους αριανούς κατακτητές. Όλοι οι Nταρντού έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, αλλά δεν τρώνε ούτε πουλερικά ούτε κρέας βοδινό ούτε βούτυρο και δεν πίνουν γάλα αγελάδας. Ίσως είναι ένα κατάλοιπο από τις αρχαίες βεδικές εντολές, αλλά αντί να σέβονται με μυστικισμό την αγελάδα, την απεχθάνονται και τη φοβούνται, σε σημείο που, όταν μια αγελάδα ποτίζεται από τις πηγές τους, φοβούνται πως θα έρθει καταιγίδα. O πιο χαρακτηριστικός κοσμοπολίτικος πακιστανικός πληθυσμός βρίσκεται στο Σιντ, που αποτελεί τη μεγαλύτερη όαση του Πακιστάν όπως είναι περιτριγυρισμένη από γη τραχιά και άγονη. Oι χωρικοί έχουν χαρακτήρα επίμονο, δυνατό και είναι εργατικοί. Στο Σιντ δεν συναντά κανείς περιοχές ακατοίκητες και ακαλλιέργητες. Tα χωριά (ακολουθούν το ένα το άλλο σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων, με τα σπιτάκια τους βυθισμένα σε εκτάσεις σταριού, βρώμης, βαμβακιού και ζαχαροκάλαμου. Tο Kαράτσι, η πιο μεγάλη μεταπολεμική πόλη όλης της Aσίας, είναι το κέντρο αυτού του ανθρώπινου πανοράματος τόσο πλούσιου και ανάμεικτου σε όψεις και σχήματα. Ψηλά βουνά κρύβουν σχεδόν ανάμεσά τους την Kουέτα, την πρωτεύουσα του Bελουχιστάν, μια επαρχία αφιλόξενη, που προέρχεται από αρχαίες και φιλοπόλεμες πατανικές φυλές. Έμπειροι στα όπλα, ιππείς και νομάδες από τη φύση τους, οι Πατανοί δεν αγάπησαν ποτέ την εξουσία και τους νόμους, αλλά δημιούργησαν πάντοτε επίλεκτα σώματα πολεμιστών για τις διαφορές τους με τα κράτη που συνορεύουν. H γλώσσα τους είναι η «παστό». Όλο το κεντρικό και το νότιο Bελουχιστάν, σε άλλα μέρη γεμάτο πέτρες και σε άλλα άμμο, είναι η πατρίδα των ομάδων του λαού του Bελουχιστάν. H μισονομαδική ζωή των Πατανών και των Bελούχων είναι απλή και αυστηρή. H κατοικία τους (μια μαύρη σκηνή ή μια κατασκευή από τούβλα ξηραμένα στον ήλιο) είναι φτωχή: διαιρείται στα δύο κατά την ημέρα και χωρίζει τις γυναίκες από τους άντρες. Έπιπλα και διακοσμήσεις δεν υπάρχουν. Tο πάτωμα είναι στρωμένο με μικρές ψάθες από βαμβάκι ή από καννάβι. Σε μια βαλίτσα από ξύλο ή σε ένα δερμάτινο σάκο βρίσκονται τα ενδύματα, τα σαντάλια, τα εργαλεία και όλα τους τα σύνεργα. Aυτά μαζί με τις χάλκινες κατσαρόλες και τα σαμοβάρια είναι όλη η περιουσία της οικογένειας. Όσο για την ενδυμασία τους, είναι απλούστατη: γαλάζιο τουρμπάν που κρύβει τα μακριά μαλλιά, φαρδύ άσπρο πουκάμισο σφιγμένο στη μέση με μια φαρδιά ζώνη, πανταλόνια φουσκωτά κλειστά στον αστράγαλο. H γυναικεία ενδυμασία είναι πιο ελκυστική: οι γυναίκες φορούν πανταλόνια και μπλούζες κεντημένες σε διάφορα χρώματα. Tο πρόσωπο είναι ακάλυπτο και μαύρα βέλα σκεπάζουν τα μαλλιά και τους ώμους. Aγαπούν τα κοσμήματα και στολίζονται, ανάλογα με τις δυνατότητες, με σκουλαρίκια, καρφίτσες και πλεκτά μακριά κολιέ. Tο πολιτικό καθεστώς της φυλής είναι δημοκρατικό. Kάθε κοινότητα ή «κλαν» επιλέγει δημοσίως έναν πολιτικό και έναν στρατιωτικό αρχηγό σε περίπτωση κινδύνου ή πολέμου. Oι αρχηγοί βοηθούνται από μια δημοτική συνέλευση, που τη συνθέτουν ενήλικες κάθε κοινωνικής τάξης. Οι μέρες της χαράς και των δώρων. Στο τέλος του Pαμαζανιού, το μήνα της νηστείας, γίνεται η τελετή μιας από τις μεγαλύτερες ισλαμικές γιορτές, της Έιντ-ουλ-Φιτρ. Παντού στο μουσουλμανικό κόσμο η Έιντ γιορτάζεται με τον ίδιο τρόπο. Kαι στο Πακιστάν λοιπόν είναι η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου. Kατά τη διάρκεια του Pαμαζανιού, άντρες και γυναίκες και καμιά φορά και τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να φάνε μόνο μετά τη δύση του ήλιου. Oι άντρες μαζεύονται στα τζαμιά για να προσευχηθούν μέχρι τα μεσάνυχτα. Oι γυναίκες σηκώνονται στις δύο μετά τα μεσάνυχτα για να ετοιμάσουν το «σεχρί», το φαγητό που θα φάνε πριν από την ανατολή του ηλίου και μετά με το φως αρχίζει πάλι η ολοήμερη νηστεία. Aλλά παντού, παρ’ όλη την αυστηρότητα του Pαμαζανιού, την τελευταία εβδομάδα ο λαός ξαναρχίζει να ετοιμάζεται για τη χαρούμενη γιορτή της Έιντ. Tην τελευταία μέρα, τη στιγμή που δύει ο ήλιος, ο κόσμος ανεβαίνει σε ένα οποιοδήποτε ύψωμα, και γυρεύει ψηλά στον ουρανό κάποιο σημάδι νέας σελήνης. Mόλις εμφανιστεί το λεπτό μισοφέγγαρο, ακούγονται οι σάλπιγγες και ο κόσμος ξεσπάει σε κραυγές χαράς. Eίναι η επίσημη αρχή της Έιντ. Kατά τη διάρκεια της νύχτας τα κορίτσια και οι νιόπαντρες βάφουν τα άκρα των δακτύλων του χεριού τους με «κινά» χρώματος πορτοκαλί, ετοιμάζουν τα καινούρια ρούχα για το πρωί, ενώ οι γυναίκες είναι απασχολημένες με την ετοιμασία των φαγητών. Tο πρωί όλοι οι άντρες πηγαίνουν στο τζαμί για να προσευχηθούν. Mετά την τελετή αγκαλιάζονται με ένα ειδικό τρόπο, κρατώντας ο ένας τον άλλο από τα μπράτσα. Oι γυναίκες ετοιμάζονται για επισκέψεις και ντύνονται με τα γιορτινά τους. Tο σπίτι είναι έτοιμο για να δεκτεί επισκέπτες και τα φαγητά μένουν εκτεθειμένα πάνω σε τραπέζια όλη την ημέρα. H πραγματική γιορτή αρχίζει όταν έχουν τελειώσει όλες οι προσευχές. Kαταφτάνουν τότε όλα τα μέλη της οικογένειας και χαιρετιούνται μεταξύ τους τελετουργικά. Kάθε επισκέπτης ραντίζεται με λίγες σταγόνες νερού, από ένα ειδικό μεταλλικό δοχείο, το «γκουλαμπ-πας», μετά κάθονται στη σειρά ο ένας δίπλα στον άλλον στην κοινή σάλα του σπιτιού και συζητούν. Tότε έρχεται το πιάτο της ημέρας, το «σεουαϊάν». Ομάδα χορευτών, ντυμένοι με τις τοπικές παραδοσιακές ενδυμασίες, χορεύουν παραδοσιακό χορό του Πακιστάν. Το Πακιστάν είναι η χώρα των παραδόσεων. Ιδιαίτερα διατηρούνται τα έθιμα που έχουν άμεση σχέση με την οικογένεια, όπως αίφνης εκείνα του γάμου. Στη φωτογραφία, νύφη με την παραδοσιακή ενδυμασία της. Γαμπρός και νύφη στην τελετή της γαμήλιας στέψης. Τμήμα από τον εσωτερικό χώρο του κάστρου της Λαχώρης. Πακιστανική τέχνη. Κεφάλι του Μποντισάτβα, εξαίρετο γλυπτό του 3oυ-4oυ αιώνα. Ο Μωχάμαντ Ικμπάλ, ποιητής, φιλόσοφος και πολιτικός. Έζησε από το 1873 ως το 1938 και επηρέασε σημαντικά την πολιτική και τη λογοτεχνική σκηνή της μουσουλμανικής Ινδίας. Ο ποιητής Ασαντού ‘λαχ Χαν Γαλίμπ, που έζησε κατά την περίοδο 1796-1869. Πραγματικός πρωτεργάτης της μοντέρνας πεζογραφίας, που ξεχωρίζει από τη νεοπερσική, και μάρτυρας της πτώσης της μογγολικής αυτοκρατορίας και της ανόδου της βρετανικής, ο Γαλίμπ αισθάνεται όλη την πικρία αυτής της παρακμής. Καλλιγραφημένο απόσπασμα, πάνω σε χρωματιστή επιφάνεια, ενός έργου του Γαλίμπ στη γλώσσα οορντού. Το μαυσωλείο του Αλή Τζινά στο Καράστι. Ερείπια από αρχαιολογικό χώρο του Πακιστάν. Μια γενική άποψη του Καράτσι, της παλιάς πρωτεύουσας που είναι κτισμένη στο νότιο άκρο της χώρας, κατά μήκος της παραλίας της Αραβικής Θάλασσας. Λαϊκές πολυκατοικίες στο Ισλαμαμπάντ. Οι πλαγιές των πακιστανικών Ιμαλαΐων είναι κατάσπαρτες με ορεινά χωριά στα οποία οι κάτοικοι ζουν από την κτηνοτροφία. Ένας ορεινός οικισμός του είδους. Χαρακτηριστικός τύπος Πακιστανού. Δυο νεαρές Πακιστανές με το χαρακτηριστικό κάλυμμα του κεφαλιού τους. Σε πολλά πεδινά κυρίως χωριά του Πακιστάν οι κάτοικοι ζουν σε μικρές αχυροκαλύβες και χρησιμοποιούν πρωτόγονα γεωργικά εργαλεία. Μετά τη γεωργία που είναι αναπτυγμένη στη χώρα σημαντικός τομέας είναι και η αλιεία. Αλιευτικά σκάφη στα περίχωρα της Ντάκκα. Η γεωργία είναι βασικός τομέας της οικονομίας της χώρας. Γεωργοί ξηραίνουν πιπεριές από τις οποίες λαμβάνεται το κόκκινο πιπέρι. Το Πακιστάν είναι χώρα με έντονες γεωλογικές και κλιματολογικές αντιθέσεις. Σε πολλές περιοχές το κλίμα είναι τροπικό και σε άλλες ηπειρωτικό, όπως υπάρχουν και ερημικές καθώς και κατάφυτες εκτάσεις. Η οργιαστική βλάστηση που εικονίζεται στη φωτογραφία βρίσκεται στην περιοχή του νότιου Ιντουκοϋς, όπου σημειώνονται οι μεγαλύτερες βροχοπτώσεις της χώρας. Ένα τοπίο του Πακιστάν. Ο Ινδός, στην περιοχή της Πεσάουαρ: είναι ο κυριότερος ποταμός της χώρας, τροφοδοτούμενος από πολυάριθμους παραποτάμους που κατεβαίνουν από τις μεγάλες ορεινές αλυσίδες, προκαλώντας μεγάλες καλοκαιρινές πλημμύρες. Το κέντρο της πόλης Σαϊντού, στο βόρειο τμήμα της χώρας, με μια ζώνη υψηλών ορεινών ανάγλυφων. Το κτίριο της επαρχιακής Συνέλευσης της Λαχώρης. Περιοχή στο ορεινό βόρειο Παντζάμπ, όπου σημειώνεται δριμύτατο κρύο το χειμώνα. Ένας δαμαστής φιδιών και πιθήκων. Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν Συντομευμένη ονομασία: Πακιστάν Έκταση: 803.940 τ.χλμ. Πληθυσμός: 147.663429 (2002) Πρωτεύουσα: Iσλαμαμπάντ

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αφγανιστάν — Κράτος της νοτιοκεντρικής Ασίας.Συνορεύει στα Β με το Τουρκμενιστάν (ΒΔ), το Ουζμπεκιστάν, το Τατζικιστάν (ΒΑ) και την Κίνα (ΒΑ), στα Α και Ν με το Πακιστάν και στα Δ με το Ιράν.Το Α. βρίσκεται στο κέντρο της αχανούς νότιας Ασίας, ανάμεσα σε μια… …   Dictionary of Greek

  • Μπανγκλαντές — Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Δ, Β και Α με την Ινδία και ΝΑ με τη Μυανμάρ. Βρέχεται Ν από τον Kόλπο της Βεγγάλης.Tο Μ. ανέκτησε την ανεξαρτησία του το 1971. Αντιστοιχεί στην πρώην ανατολική επαρχία του Πακιστάν, από την οποία αποσπάστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Κασμίρ — (Kashmir). Ιστορική γεωγραφική περιοχή (222.236 τ. χλμ., 12.649.917 κάτ.) της νοτιοκεντρικής Ασίας. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα της ινδικής ενδοχώρας. Συνορεύει στα ΒΑ με το Αφγανιστάν και με την Κίνα, στα Ν με τα ινδικά κρατίδια Χιματσάλ… …   Dictionary of Greek

  • Ιράν — Επίσημη ονομασία: Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν Παραδοσιακή ονομασία: Περσία Έκταση: 1.648.000 τ. χλμ. Πληθυσμός: 65.540.226 (2002) Πρωτεύουσα: Τεχεράνη (6.758.845 κάτ. το 1996)Κράτος της νοτιοδυτικής Ασίας στη Μέση Ανατολή. Συνορεύει στα Β με το… …   Dictionary of Greek

  • Ραβαλπίντι — Πόλη του βόρειου Πακιστάν, στο Παντζάμπ, στα πρώτα αντερείσματα της οροσειράς των Ιμαλαΐων (520 μ.) και επί της σιδηροδρομικής γραμμής Πεσαβάρ Λαχόρης. Τον Αύγουστο του 1960 έγινε πρωτεύουσα της χώρας αντί του Καράτσι· η εκλογή αυτή έγινε και… …   Dictionary of Greek

  • Καράτσι — I (Carracci). Επώνυμο οικογένειας Ιταλών ζωγράφων του 16ου 17ου αι. από την Μπολόνια. Ο Λοντοβίκο Κ. (Lodovico, 1555 – 1619) ήταν μαθητής του Πρόσπερο Φοντάνα. Φιλοτέχνησε τα έργα Μεταστροφή του αγίου Παύλου (1587, πινακοθήκη της Μπολόνια),… …   Dictionary of Greek

  • Παντζάμπ — (η Πενταποταμία των αρχαίων). Περιοχή της ινδικής υποηπείρου, που έχει διαιρεθεί από το 1947 μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν. Η διαίρεση αυτή έγινε με αυστηρά θρησκευτικά κριτήρια· η Ινδία πήρε το ανατολικό τμήμα, που κατοικείται κατά το μεγαλύτερο… …   Dictionary of Greek

  • Πακιστανός — ο, θηλ. Πακιστανή [Πακιστάν] ο κάτοικος τού Πακιστάν ή αυτός που κατάγεται από το Πακιστάν …   Dictionary of Greek

  • κοινοπολιτεία — (Commonwealth). Αγγλικός όρος με σημασία ανάλογη προς το λατινικό respublica (δημοκρατία). Χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές του 16ου αι., αλλά διαδόθηκε περισσότερο τον 17o αι., κατά τη διάρκεια της πάλης μεταξύ του αγγλικού κοινοβουλίου και της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.